Η ίδρυση της αρχαίας Ηράκλειας ( Μοναστήρι), σύμφωνα με τη τοπική μυθολογία, συνέβη σύμφωνα με τα παρακάτω:
Όταν χτίστηκε η Καστοριά ( και οι άλλες πόλεις και οι συνοικισμοί της περιοχής , όπως η Λαπίνα, η Μελισσός, η Καλλιρόη, η Αρμονία, το Άργος Ορεστικό και τελευταία η Φλωρίς (Φλώρινα), για να ολοκληρωθεί όλο το δίχτυο των πόλεων που θα κρατούσε σε ασφάλεια τη χώρα, σύμφωνα με ένα παλαιό χρησμό προς τον Κάστορα, τον ιδρυτή της Καστοριάς, έπρεπε να χτιστεί και η τελευταία πόλη.
Το γεγονός ότι στα άγνωστα εκείνα μέρη αναπτύχτηκε ένα τόσος απίστευτος πολιτισμός και μια τέτοια ανέλπιστη πρόοδος, σχολιάστηκε στον Όλυμπο από τους αθάνατος Θεούς, και όλοι δείξανε τον θαυμασμό τους. Ο μεγαλύτερος ήρωας εκείνης της εποχής, ο Ηρακλής, μαθαίνοντας αυτό το γεγονός, χάρηκε πολύ, γιατί αυτό έγινε από τους δύο καλούς του φίλους, τον Κάστορα και τον Ίδα τους βασιλιάδες της Καστοριάς και της Αρμονίας, και αποφάσισε να τους επισκεφτεί για να τους εκδηλώσει τη χαρά του για την προκοπή της περιοχής τους αλλά και για να τους ανακοινώσει την επιθυμία του να χτιστεί άλλη μια πόλη με το όνομά του.
Όλα αυτά φανερώθηκαν στους βασιλιάδες της Καστοριάς και των άλλων πόλεων και από έναν νέο χρησμό που έλεγε ότι θα ερχόταν ο Ηρακλής, και ότι πρέπει να χτιστεί και άλλη πόλη, και να στολιστεί με αγάλματα στήλες και ανάγλυφα.
Δεκαπέντε μέρες μετά από τον χρησμό παρουσιάστηκε ένας ιερέας στον Κάστορα και του είπε ότι ήρθαν δεκαπέντε ξένοι και τον ζητούν. Ανάμεσα σ' αυτούς είναι κι ένας που σαν κι αυτόν πιο ωραίο και πιο ανδρείο δεν είχε ξαναδεί. Φορούσε δέρμα λιονταριού και είχε για δόρυ ένα ρόπαλο που πέντε άνθρωποι δεν μπορούσαν να το σηκώσουν και τον έλεγαν Ηρακλή. Αμέσως ο Κάστωρ και ο Ίδας κατάλαβαν ότι πρόκειται για τον Ηρακλή τον γιο του Δία και της Αλκμήνης. Τον δέχτηκαν με μεγάλες τιμές. Έγιναν αγώνες και εκδρομές στα γύρω βουνά και δάση, όπου ο Ηρακλής με την αδάμαστη δύναμή του καθάρισε όλη την περιοχή από τα άγρια και επικίνδυνα ζώα, στοιχειά και φαρμακερά μεγάλα φίδια.
Η χαρά των κατοίκων για την εξαφάνιση τόσων κινδύνων ήταν απερίγραπτη. Ο Ηρακλής επισκέφθηκε όλες τις πόλεις, που ήταν γύρω από την Καστοριά. Θαύμασε την λαμπρότητα της Αρμονίας, τις ομορφιές της Καλλιρόης, την μεγαλοπρέπεια της Μελισσού και τις φυσικές χάρες της Λαπίνας, ξελογιάστηκε από τη γοητεία της όμορφης Καστοριάς, τις οχυρώσεις με τα κάστρα της και τα φρούρια τα ξακουστά. Γενικά σ' όλες τις πόλεις έμεινε κατάπληκτος με τα τεχνουργήματα και τον στολισμό τους και συνεχάρη τους βασιλιάδες Κάστορα, Ίδα, Μέλιν, και Μύρωνα για τον πολιτισμό που αναπτύξανε εκεί μέσα σε λίγα χρόνια.
Τους μετέφερε την ευαρέσκεια των θεών, που ευμενικά σχολίαζαν το έργο τους . Κάμανε τελετές και θυσίες για να τους ευχαριστήσουν για τη βοήθεια που τους δώσανε σ' όλα αυτά και τη μεγάλη εύνοια.
Μετά αρχίσανε τις προετοιμασίες για τη μεγάλη εκστρατεία που θα έκαναν και άρχισαν να εφοδιάζονται με όλα τα απαραίτητα για το χτίσιμο της νέας πόλης. Στρατολογήσανε άνδρες απ' όλες τις πόλεις, μεταφορικά μέσα, εργαλεία και γενικά ότι χρειαζόντανε. Περίμεναν τον κατάλληλο καιρό για να ξεκινήσουν αλλά ο καιρός δεν έστρωνε. Τότε έκαναν θυσίες στους θεούς και εξέτασαν τα σπλάχνα των θυμάτων. Ήταν ευνοϊκά και ενθαρρυντικά τα σημάδια και έτσι αποφασίσανε σε πέντε μέρες να φύγουν. Έτσι κι έγινε. Ξεκίνησαν όλοι οι ήρωες, μαζί και ο Ηρακλής, πηγαίνοντας να χτίσουν την τελευταία πόλη. Κατά το βράδυ έφτασαν στην κορυφή του βουνού από όπου φαινόταν η πόλις Φλωρίς (Φλώρινα), και άναψαν μεγάλη φωτιά για να ειδοποιήσουν μ' αυτή τον Φλώριν, τον βασιλιά της Φλωρίδος (Φλωρίνας) ότι έρχονται και την άλλη μέρα θα είναι μέσα στην πόλη. Η Φλωρίς ήταν χτισμένη πάνω στον λόφο που βρίσκεται στην δεξιά όχθη του ποταμού. Εκείνος πραγματικά το βραδύ είδε τη μεγάλη λάμψη της φωτιάς και μιας και κατάλαβε ότι θα ’χει επισκέπτες, γιατί τους περίμενε κι όλας, διέταξε σχετικές προετοιμασίες για την υποδοχή τους.
Όλη τη νύχτα μέσα στην οχυρωμένη πόλη, στους στενούς δρόμους της και τα αρχαϊκά σπίτια της ήταν μεγάλη η κίνηση των κατοίκων. Η Φλωρίς (Φλώρινα) ετοιμαζότανε για την υποδοχή των φίλων και συμμάχων της. Την άλλη μέρα ο Φλώρις ο βασιλιάς βγήκε μαζί με το λαό του για να υποδεχτεί τους φίλους του. Ανοίξανε τις πόρτες του φρουρίου και με παιάνες και πομπές μεγάλες δέχτηκαν τους άλλους βασιλιάδες και τις ακολουθίες τους και τους έφεραν μέσα στην πόλη, όπου τους είπαν ότι ο Ήφαιστος μαζί με τους Κύκλωπες πέρασαν από εκεί πηγαίνοντας στο μέρος, όπου θα χτιστεί η πόλις και όπου θα τους περιμένουν. Χάρηκαν πολύ γι' αυτό οι βασιλιάδες Κάστωρ, Ίδας και ο Ηρακλής, γιατί ακούγοντας αυτήν των είδηση, ένοιωσαν ότι στην εκστρατεία τους αυτή είχαν την εύνοια των Θεών και ξεχωριστά του Ήφαιστου, του μεγάλου τεχνίτη.
Στην Φλωρίδα (Φλώρινα) που υποδέχτηκε τόσους ξένους βασιλιάδες με τόση ακολουθία, έκαναν γιορτές και πανηγύρια προς τιμήν τους. Στους βωμούς του Δια και της Δήμητρας έκαναν θυσίες και εκατόμβες και κάτω στην ακροποταμιά κατεβαίνοντας από τις πλαγιές του λόφου, όπου ήταν η πόλις με τα εφτάγυρα κάστρα, έκαμαν αγώνες και τελετές με αρχαίους χορούς. Όταν τελείωσαν με όλα αυτά συγκεντρώθηκαν οι βασιλιάδες στα ανάκτορα του Φλώρι και κατέστρωσαν το σχέδιο της εκστρατείας.
Την άλλη μέρα φορτώσανε όλα τα πράγματά τους σε υποζύγια και με επικεφαλής τους αρχηγούς τους ξεκίνησαν όλοι μαζί και προχώρησαν προς τα βόρεια του κάμπου περιμένοντας και προσδοκώντας να κοιτάξουν τα σημάδια, που τους έδωσε ο χρησμός και αυτά δεν άργησαν κάποια μέρα να τα δουν.
Έτσι είπε ο χρησμός και έτσι έγινε. Είδαν τέσσαρες μεγάλους αετούς να κάθονται σε τέσσαρα διαφορετικά σημεία και μ' αυτό οι αετοί, σύμφωνα με τον χρησμό, έδειχναν φανερά ότι η πόλις θα χτιστεί σ' εκείνη την περιοχή, που περιλαμβανόταν μέσα στην περιφέρεια που έκαμνε η γραμμή περνώντας από τα σημεία που είδαν τους τέσσερις αετούς.
Ο Ηρακλής εξέτασε το μέρος και είδε ότι εκεί δεν είχε νερό εκτός από μια βρυσούλα που με πολλή φειδώ έχυνε το νερό της. Αυτό του έφερε απελπισία στην καρδιά και αποφάσισε να φύγει από εκεί πηγαίνοντας για να βρει άλλο μέρος μα το βράδυ ονειρεύτηκε τον πατέρα του Δία ο οποίος του έλεγε να μείνει εκεί γιατί θα ’στέλνε τον θεό Ποσειδώνα να δημιουργήσει εκεί ένα ποταμό πολύ σπουδαίο και που άλλος να μη βρίσκεται στη Μακεδονία όλη με νερό κρυστάλλινο, καθαρό.
Έτσι απεφάσισε τελειωτικά και έμεινε εκεί. Την άλλη μέρα ήρθε και ο θεός Ήφαιστος μαζί με τους εργάτες του, τους Κύκλωπες, για να τους βοηθήσει στο χτίσιμο της πόλεως.
Την άλλη μέρα το πρωί άρχισαν τις εργασίες. Ξαφνικά ένα σύννεφο ολοκόκκινο σαν να είναι ματωμένο και λαμπρό σαν ήλιος ερχότανε προς αυτούς. Ήταν ο Θεός Ποσειδώνας. Όλοι το είδανε αυτό και πέσανε γονατιστοί και με ευλάβεια κάτω στη Γή. Τον δεχτήκαν με προσκύνημα. Εκείνος προχώρησε προς τα πέρα και πολύ μακριά και με το σκήπτρο του χτύπησε τρείς φορές τη Γή, που σχίσθηκε και άνοιξε ένα μεγάλο χάος, μέσα από το οποίο όρμησαν νερά ακράτητα και δημιουργήσανε ένα ποτάμι, που χώρισε την περιοχή που θα χτιζότανε η πόλις σε δύο κομμάτια. Το χάος εκείνο ήταν επικίνδυνο για τους ανθρώπους και τα ζώα, που μπορούσαν απρόσεκτα να πέσουν εκεί και να χαθούν.
Γι' αυτό ο Ζευς έστειλε πολλούς αετούς από τον ουρανό, που παίρνοντας λίθους από ένα βουνό κοντινό με τα νύχια τους, τους έριχναν εκεί και δημιουργήθηκε έτσι ένα κάστρο προφυλακτικό. Μετά άρχισαν το χτίσιμο της πόλεως. Η νέα πόλις γινόταν όμορφη και οχυρή με τα κάστρα
της και τους πύργους της.
Στο διάστημα αυτό ένας φίλος του Κάστορα, του βασιλιά της Καστοριάς, που λεγόταν Εριγώνας, από περιέργεια θέλοντας να δει το χάος του ποταμού πλησίασε και έσκυψε σ' αυτό. Τότε ξαφνικά σχίστηκε η όχθη και ο Εριγώνας έπεσε στα νερά και πνίγηκε. Όλοι λυπηθήκανε πολύ και έκαμαν και θυσία στους θεούς και για τιμή του και ανάμνηση του, τον ποταμό αυτόν τον ονόμασαν με το όνομά του. Από τότε το ποτάμι αυτό που διασχίζει την πόλη λέγεται Εριγών . Το χτίσιμο της πόλεως κράτησε ένα χρόνο σχεδόν.
Όταν τελείωσε κάθε εργασία, δημιουργήθηκε εκεί μια πόλις Θαυμαστή και λαμπρή με κάστρα, που λαμποκοπούσαν στην ανατολή και στη δύση του ήλιου και με ανάκτορα ανάλογα για τον ήρωα Ηρακλή, που θα βασίλευε στην πόλη αυτή.
Έκτισαν μέσα στην πόλη δώδεκα ναούς προς τιμή των δώδεκα θεών του Ολύμπου. Όλοι δε οι βασιλιάδες δώρισαν αμύθητα δώρα στον Ηρακλή, το βασιλιά της πόλεως αυτής, που από το όνομά του βαφτίστηκε Ηράκλεια. Η Ηράκλεια γέμισε αμέσως από πληθυσμό, γιατί εκεί συγκεντρώσανε όλους τους αυτόχθονες του κάμπου και προόδεψε πάρα πολύ. Μετά από τις γιορτές και τις τελετές έφυγαν όλοι οι ήρωες και οι βασιλιάδες με τους λαούς τους και γύρισαν στα μέρη τους ο καθένας.
Έτσι χτίστηκε και η τελευταία πόλις του όλου εκείνον συγκροτήματος του Συνομοσπονδιακού κράτους, που ήταν στην περιοχή της Καστοριάς και της Φλωρίδος (Φλωρίνης).
Για την καλύτερη όμως κατανόηση της ιστορικής συνέχειας των γεγονότων, ας γυρίσομε το χρόνο πίσω στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
Η Οθωμανική αυτοκρατορία που ήταν εξαπλωμένη σε Ευρώπη, Ασία, Αφρική, βρίσκεται τώρα στα πρόθυρα μιάς διάλυσης. Διατηρείται ακόμα στη ζωή χάρις στα Ευρωπαϊκά κράτη που δεν συμφωνούν στην κληρονομική μοιρασιά των ιματίων της. Από τον ’’μεγάλο Ασθενή’’, όπως αποκαλούν τώρα την φθίνουσα αυτοκρατορία, όλοι αποζητούν το καλύτερο μερίδιο.
Η “Ασθένεια’’ αναπτερώνει την ελπίδα στους υπόδουλους λαούς της χερσονήσου του Αίνου και ιδιαίτερα τους Έλληνες, σε μια προσδοκία αποτίναξης του ζυγού. Οι Σλάβοι τώρα εκπροσωπούνται από τους Βουλγάρους. Η Ρωσία είναι στο πλευρό τους και ασύστολα τους υποστηρίζει. Το 1870 η τσαρική Ρωσία πιέζει την Πύλη και επιτυγχάνει ειδικό φιρμάνι με το οποίο παραγκωνίζεται η δεδικασμένη και παραδοσιακή θρησκευτική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί της βουλγαρικής Εκκλησίας. Η βουλγαρική Εκκλησία αποσπάται αυτόβουλα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και αυτοανακηρύσσεται ‘’Εξαρχία’’, δημιουργώντας θρησκευτικό ‘’Σχίσμα’’. (Η αποκατάσταση σχέσεων έγινε αργότερα μόλις το 1948). Το φιρμάνι έχει και μια διάταξη εξ αρχής ύπουλη: «Όταν τα δύο τρίτα των κατοίκων ενός χωριού αναγνωρίσουν την ‘’Εξαρχία”, το χωριό κηρύσσεται Εξαρχικό». Με άλλα λόγια οι κάτοικοί του επιλέγουν την Βουλγαρία σαν πατρίδα και το χωριό απο τούδε και στο εξής θα χαρακτηρίζεται στις διεθνείς συζητήσεις, σαν βουλγαρικό. ¨Έτσι χτίζεται μια βουλγαρική εθνική επιδίωξη, που σε δεδομένο χρόνο, θα λάβει σάρκα και οστά, Για την υλόποίηση του θρησκευτικού- ρατσιστικού προγράμματος, εγκάθετες συμμορίες εξαπολύουν ένα εθνοφυλετικό “πόγκρομ”, τρομοκρατικών σφαγών και βιασμών σωμάτων ψυχών και συνειδήσεων, κατά των καθ’ όλα υπόδουλων λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Το 1878 τερματίστηκε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Οι νικητές του πολέμου Ρώσοι, ανάμεσα σε όλα τα άλλα άρθρα της συμφωνίας, επιβάλουν στην Τουρκία την ίδρυση ενός ‘’Μεγάλου’’ Βουλγαρικού κράτους, που ενσωματώνει πολλά εδάφη και πληθυσμούς και άλλων βαλκανικών λαών. Μια απαράδεκτη συνθήκη που υπογράφηκε σε βάρος των ελληνικών δικαιωμάτων αλλά και ασύμφορη για τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη, που έβλεπαν ξαφνικά κοντά στη Ρωσία, να ξεφυτρώνει ένας υπολογίσιμος σύμμαχος, με απρόβλεπτες συνέπειες. Έτσι οι Αγγλογερμανοί επιτυγχάνουν την ακύρωση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και την υπογραφή μιας νέας της συνθήκης τώρα, του Βερολίνου. Με την Συνθήκη του Βερολίνου δίνεται μεν κρατική υπόσταση στη Βουλγαρία καίτοι την περιορίζουν σε απλή ηγεμονία, φόρου υποτελή της Τουρκίας. Στην Ελλάδα προσαρτάται η Θεσσαλία.
Τώρα η βουλγαρική απογοήτευση είναι καταφανής για την ακύρωση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και καταφεύγουν σε τρομοκρατικούς εξαναγκασμούς των υποδούλων μακεδονικών πληθυσμών - ακόμη και αυτών που ζούσαν στο γεωγραφικό χώρο της Τουρκίας - να αναγνωρίσουν την “Εξαρχία” και να δεχτούν την βουλγαρική εκπαίδευση. Απώτερος σκοπός ήταν να παρουσιαστεί στο φόρουμ της Ευρώπης, ότι οι υπόδουλοι λαοί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έχουν βουλγαρική προτίμηση και επιλογή. Για την επιτυχία του σκοπού τους ιδρύουν λοιπόν το 1892, το Βουλγαρικό Κομιτάτο. Ακολούθησαν οι Ρουμάνοι με το δικό τους κομιτάτο που περιοριζόταν σε γενναία οικονομική ενίσχυση των Βουλγάρων, αλλά και καταδίδοντας κάθε Έλληνα αντιφρονούντα. Επόμενο ήταν αυτές οι δραστηριότητες να προκαλέσουν έστω και καθυστερημένα – άλλωστε πότε κινηθήκαμε έγκαιρα – μια έντονη αντίδραση. Και έτσι άρχισε ένας αγώνας· ο Μακεδονικός. Ενας αγώνας που κράτησε συνολικά 40 χρόνια.
Πιο αναλυτικά:
α) 1870-1897, Οι Βούλγαροι βρίσκουν το έδαφος παρθένο και τα Κομιτάτα οργιάζουν προπαγανδιστικά, εκμεταλλευόμενα την αδράνεια και ανεπάρκεια που έδειχνε η ελληνική Κυβέρνηση, ιδιαίτερα μετά τον “Ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο” του 1897.
β) 1897-1904. Τα βουλγαρικά Κομιτάτα προβαίνουν σε ανήκουστες τρομοκρατικές ενέργειες κατά των ελληνικών πληθυσμών. Με το πρόσχημα της επανάστασης των υποδούλων λαών κατά των Τούρκων, προβαίνουν στο ξεσήκωμα του Ήλιντεν, αποκαλύπτοντας και τους πραγματικούς σκοπούς τους: Να προσαρτήσουν ολόκληρο τον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, στην Βουλγαρία.
γ) 1904-1908. Οι Έλληνες αντιδρούν και αμύνονται.
Αρχικά με ιδιωτική πρωτοβουλία απέναντι στον βουλγαρικό επεκτατισμό. Σε αυτή την τελευταία περίοδο αναφερόμαστε κυρίως από ελληνικής πλευράς όταν λέμε “Μακεδονικός αγώνας”. Στην αρχή ξεσηκώθηκαν πολλοί αγωνιστές με τις αντάρτικες ομάδες τους, όπως οι Δραγούμηδες, ο Δ, Καλαποθάκης, ο οπλαρχηγοί Καπετάν Κώτας απο τη Φλώρινα, ο Καπετάν Βαγγέλης από το Στρέμπενο, ο Γκόνος Γιώτας από τα Γιαννιτσά, ο Λάκης Πύρζας από τη Φλώρινα, ο Παύλος Κύρου από το Αντάρτικο, ο Δημήτρης Νταλίπης από τον Γάβρο, ο Νικοτσάρας από τη Στρωμνίτσα, ο Μητρούσης από τις Σέρρες, ο παπα-Πασχάλης από το Λειβαδοχώρι Σερρών.
Σε σύντομο χρόνο, το Πατριαρχείο παίρνει το παιχνίδι στα χέρια του και αποστέλλει ανώτατους κληρικούς για να οργανώσουν τον αγώνα, και να τον ενισχύσουν με όπλα, πολεμοφόδια και τρόφιμα. Κυρίως όμως για να καταθέσουν στον αγώνα τη ζωή τους και το αίμα τους – πράγμα που το έκαναν. Κατέδειξαν ότι αυτός ο σταυρός της σημαίας όπου κρατούσαν, ταυτιζόταν με το ίδιο το ελληνικό έθνος. Έτσι, ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης στέλνεται στην Καστοριά, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης- ο μετέπειτα εθνομάρτυρας της Σμύρνης, στη Δράμα, ο Φώτιος στην Κορυτσά όπου και μαρτύρησε. Ο Ειρηναίος στη Χαλκιδική, ο Θεοδώρητος στο Νευροκόπι, ο Κων/νος στις Σέρρες.
Η χρονιά του 1904 στιγματίζεται με την έλευση και τον ηρωικό θάνατο του Παύλου Μελά ή Μίκη Ζέζα. Ο Μελάς σκοτώνεται σε μια σύγκρουση με τους Τούρκους το 1904, στις 13 Οκτωβρίου. Ο θάνατός του αφυπνίζει τις εθνικές συνειδήσεις και γίνεται σύμβολο του ελληνισμού. Γίνεται το έναυσμα - προσκλητήριο για το γενικότερο ελληνικό ξεσήκωμα. Οι τάξεις των αγωνιστών τώρα πυκνώνονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ο Γρεβενών Αιλιανός, δάσκαλοι, δασκάλες, υπάλληλοι σιδηροδρόμων, γιατροί, αλλά και χαμάληδες, καραγωγείς, λήσταρχοι, φυγόδικοι -όπως ο Καραλίβανος. Στον επικό αγώνα συμμετέχουν οι μεγάλοι οπλαρχηγοί Ευθύμιος Καούδης, ο Γεώργιος Τσόντος (καπετάν Βάρδας), ο Δικώνυμος Μακρής, ο Γεώργιος Κατεχάκης (καπετάν Ρούβας), ο Γεώργιος Βολάνης, ο Δούκας Δούκας, ο Παύλος Γύπαρης και πολλοί Κρήτες. Ο στρατηγός Δημήτριος Κάκκαβος ή καπετάν Ζώης, ο γιατρός Ζάννας και πολλοί άλλοι. Ο Μακεδονικός αγώνας έχτισε τα θεμέλια για την μελλοντική Ελλάδα· την Ελλάδα που μετά από τους νικηφόρους απελευθερωτικούς βαλκανικούς πολέμους, διπλασιάστηκε γεωγραφικά και ετοιμάστηκε να χτυπήσει το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας των τριών ηπείρων, και πέντε θαλασσών.
ΕΝΟΜΙΣΑΝ Ενόμισαν πως ήταν δυνατόν οι Ιταλοί να μπούνε στην Ελλάδα κι ο Μουσολίνι να μπει νικητής στην χώρα των ηρώων με καντάδα κι ο Μουσολίνι να μπει νικητής στην χώρα των ηρώων με καντάδα
Και σαν ο πόλεμος αρχίνισε εκεί ψηλά στη θέση Παπαδήμα, οι κένταυροι λαγοί γινήκανε κι αφήσανε κιθάρες μαντολίνα οι κένταυροι λαγοί γινήκανε κι αφήσανε κιθάρες μαντολίνα
Εις το Βερνίκι και τη Βίγλιστα πρώτο εμπήκε το τριάντα τρία, το Σύνταγμα που βγάζει η Φλώρινα παιδιά γεμάτα θάρρος και ανδρεία το Σύνταγμα που βγάζει η Φλώρινα παιδιά γεμάτα θάρρος και ανδρεία
Η Ελληνική αντεπίθεση στον πόλεμο του σαράντα, ξεκίνησε από την περιοχή της Πρέσπας Φλώρινας. Να πως την περιγράφει ο Άγγελος Τερζάκης
...Οι πολεμικές επιχειρήσεις ωστόσο στην Ελλάδα έπαιρναν διαφορετική τροπή από αυτήν που είχε προβλέψει ο Ντούτσε. Μέσα σ' ένα δεκαπενθήμερο, το πρώτο, η Ήπειρος και η Πίνδος του είχαν δώσει μίαν αποστομωτική απάντηση. Στο βόρειο τμήμα του μετώπου, αυτό που αρχίζει από τη λίμνη της Μεγάλης Πρέσπας και κατεβαίνει στο Γράμμο, οι Ιταλοί είχαν κρατήσει εφεκτική στάση, για να συγκεντρώσουν την προσπάθειά τους στο κέντρο, σύμφωνα με το σχέδιο του Πράσχα. Στο βόρειο λοιπόν τμήμα του μετώπου, το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο αποφάσιζε ν' αναπτύξει πρωτοβουλία, να χτυπήσει, για να ελαφρώσει την πίεση του εχθρού στους άλλους τομείς. Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο. Το βόρειο αυτό τμήμα, λίγο πιο μέσα από τα σύνορα, προς την Αλβανία, έχει ένα φυσικό φρούριο: τη Μοράβα. Είναι βουνό τραχύ, όλο νεύρο, έρημο από κατοικίες ανθρώπων. Κατεβαίνει λοξά από βοριά στα νοτιοδυτικά και κρύβει πίσω του την Κορυτσά με τον πρόσχαρο κάμπο της. Ρυτιδωμένη η Μοράβα από χαράδρες βαθιές και απότομες, παρουσιάζεται εχθρική στον οδοιπόρο, δεν αφήνει να χαράξει πάνω της ούτε φτενό χαμόγελο, κάποιο μονοπάτι. Στη βορεινή της άκρη ορθώνεται, κάστρο ξεμοναχιασμένο, φαλακρό, το όρος Ιβάν, προβάλλει μέσ' από τουφωτά πεύκα και κέδρα. Ανάμεσα Μοράβα και Ιβάν, στη στενή λουρίδα της, το Τσαγκόνι, κυλάει τα νερά του ο Δεβόλης. Τα φυσικά τούτα οχυρά, και ιδιαίτερα τις ανατολικές πλαγιές της Μοράβας και το Ιβάν, οι Ιταλοί τα είχαν ενισχύσει με έργα εκστρατείας τέτοια που να τα κάνουν απροσπέλαστα. Εκεί, αντικρίζοντας την Αλβανία, ήταν παρατεταγμένες το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου δύο ελληνικές μονάδες : Η IV Ταξιαρχία πεζικού και η ΙΧ Μεραρχία. Ανήκαν και οι δύο στο Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) που το διοικούσε ο αντιστράτηγος Ι. Πιτσίνας: η πρώτη στο Γ' Σώμα Στρατού, η δεύτερη στο Β'. Τα διοικούσαν αντιστοίχως ο αντιστράτηγος Γ. Τσολάκογλου και ο υποστράτηγος Δημ. Παπαδόπουλος. Αγνάντια τους, η ιταλική παράταξη απαρτιζόταν από τρεις μεραρχίες : τη Βενέτσια, την Πάρμα και την Πιεμόντε. Η Βενέτσια βρισκόταν στην περιοχή που πιάνει από το Ελμπασάν ως την λίμνη Aχρίδα, η Πάρμα στις ανατολικές πλαγιές της Μοράβας, η Πιεμόντε πιο πίσω, δυτικά της Κορυτσάς. Την ηγεσία του βόρειου ιταλικού μετώπου είχε ο στρατηγός Γκαμπριέλε Νάσσι. Την ημέρα της εισβολής, οι Ιταλοί είχαν περιοριστεί εδώ σε βολές πυροβολικού. Την άλλη μέρα χτύπησαν ένα ελληνικό φυλάκιο. Ήταν φανερά πως δεν έχουν σκοπό να δράσουν. Αλλά το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο ήθελε να δημιουργήσει επιθετική δραστηριότητα στην απάνω κοιλάδα του Δεβόλη, αυτήν που απλώνεται ανάμεσα στα σύνορα και τις βορειοανατολικές πλαγιές της Μοράβας. Θα απειλούσε έτσι το Τσαγκόνι, θέση στρατηγική σπουδαιότατη, για να προετοιμάσει μιαν εξόρμηση προς την Κορυτσά. Η πολιτεία αυτή — συγκοινωνιακός κόμβος σπουδαίος - είναι ελληνική• είχε δύο φορές παρθεί παλαιότερα από τον ελληνικό στρατό και δύο φορές χάθηκε γιατί έτσι το ήθελαν οι Συνθήκες ειρήνης. Η νέα κατάληψη της τώρα, θα επηρέαζε ευεργετικά το ηθικό των μαχόμενων και του λαού που δέχτηκε την απρόκλητη Ιταλική επίθεση. Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου, αρχίζουν να προσανατολίζονται προς το τμήμα αυτό του μετώπου ισχυρές ελληνικές δυνάμεις. Υπάγεται στο ΤΣΔΜ και η ΧΙ Μεραρχία, (διοικητής συν/χης Γ. Κώτσαλος), ενώ η X (διοικητής υποστράτηγος Χρ. Κίτσος) συγκεντρώνεται στην περιοχή Αμυνταίου - Πτολεμαΐδος. Η VXII (υποστράτηγος Π. Μπασακίδης) που προοριζόταν αρχικά για το βουλγαρικό μέτωπο, προωθείται στη Βέροια. Αλλά η μάχη της Πίνδου βρισκόταν στο μεταξύ σε πλήρη εξέλιξη. Τμήματα της ΙΧ Μεραρχίας (υποστράτηγος Χρ. Ζυγούρης) είχαν διαταγή να δράσουν σε συνδυασμό με τις δυνάμεις της I Μεραρχίας, για να ενισχύσουν τον αγώνα της. Η IV Ταξιαρχία όμως (υποστράτηγος Αγαμέμνων Μεταξάς), άρχιζε, από την 1η Νοεμβρίου, επιθετικές ενέργειες πέρα από τα σύνορα, μέσα στο αλβανικό έδαφος. Ύστερα από άγρια Ιταλική αντίσταση, παίρνονται τα ύμώματα Γκολίνα, Λόκβατ και 1327, στη χερσόνησο του Πυξού, ανάμεσα στη Μεγάλη και τη Μικρή Πρέσπα, καθώς και νοτιότερα, το χωριό Βέρνικ και το ύψωμα Λιζιτσίνα. Η επίθεση γίνεται με τη λόγχη. Οι Ιταλοί αντιστέκονται με πείσμα, άλλα τα ελληνικά τμήματα τους απωθούν, παίρνουν και άλλα υψώματα, πολεμούν ως αργά τη νύχτα. Το Νότιο Συγκρότημα προχωρεί και αυτό, φτάνει ανάμεσα Καπέτιστα καί Μπίγλιστα. Από τις 4 Νοεμβρίου, η IV Ταξιαρχία θ' αναπτυχθεί, θα γίνει ΧV Μεραρχία. Η επίθεση θα ξαναρχίσει στις 5 Νοεμβρίου, στον τομέα της Μεραρχίας Βενέτσια, όπου η αντίσταση των Ιταλών είναι τόση ώστε όλοι οι αξιωματικοί και οι οπλίτες των πυροβόλων συνοδείας πέφτουν γύρω από τα κανόνια τους. Εδώ ωστόσο, καθώς και στον τομέα της Μεραρχίας Πάρμα, παίρνονται από τους Έλληνες και αλλά υψώματα. Ηττημένοι οι Ιταλοί, έχουν απωθηθεί κιόλας στις πλαγιές της Μοράβας, πιάνουν τη γραμμή που σχηματίζεται από τα χωριά Τσαγκόνι, Βράνεστε, Μπαμπάν, Χότσιστε, βρίσκονται δηλαδή στην ανάγκη να καλύψουν την κύρια οχυρωματική τους γραμμή. Τίποτα πιο δικαιολογημένο από τον τόνο του κειμένου που απευθύνει το Γ' Σώμα Στρατού στις μαχόμενες μονάδες του την 1η Νοεμβρίου: « Είναι αληθές - λέει - ότι το πρώτον συνεκρούετο Βαλκανικός Στρατός εξοπλισμένος με γλίσχρα μέσα, προς Ευρωπαϊκόν Στρατόν ωπλισμένον με σύγχρονα μέσα και διαθέτοντα καταπληκτικήν αεροπορικήν υπεροχήν. Τούτου ένεκεν κατ' αρχάς γενικώς επεκράτει αμφιβολία και δύναται τις ειπείν ότι με κάποιον δέος προσέβλεπον οι πλείστοι προς τοιούτον πόλεμον. Κατά τας επιχειρήσεις ταύτας το Σώμα Στρατού διεπίστωσεν εμπράκτως το υπέροχον επιθετικόν πνεύμα του ημετέρου Στρατού και την ηθικήν επιβολήν επί του αντιπάλου ευθύς εξ αρχής...». Στις 5 Νοεμβρίου το Γενικό Στρατηγείο διατάσσει το ΤΣΔΜ να αρχίσει με το Γ' Σώμα Στρατού έντονη επιθετική ενέργεια, που να έχει γι' αντικειμενικό σκοπό την κατάληξη της Κορυτσάς. Οι αμέσως επόμενες ημέρες Θ' αφιερωθούν στις συνεννοήσεις των μονάδων μεταξύ τους για το πώς να προπαρασκευαστεί αύτη η επίθεση. Ύστερα από μελέτη της τοποθεσίας και των άλλων δεδομένων, ο διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού στρατηγός Τσολάκογλου απεφάσισε να επιτεθεί σ' όλο μαζί το μέτωπό του. Η σχετική διαταγή επιχειρήσεων, με χρονολογία 7 Νοεμβρίου, προβλέπει επίθεση αιφνιδιαστική, χωρίς προπαρασκευή πυροβολικού, με αντικειμενικό σκοπό τον αποκλεισμό από βοριά και από νότια της Μοράβας, κατάληψη της τοποθεσίας Τσαγκόνι και τέλος της Κορυτσάς. Η κύρια προσπάθεια θα στρεφόταν στο νότιο τμήμα της Μοράβας. Εκεί το έδαφος ήταν πολύ τραχύ, δύσβατο, αλλά αυτό θα εμπόδιζε τον εχθρό να χρησιμοποιήσει άρματα μάχης. Την απόφαση τούτη ωστόσο ήταν πεπρωμένο να την ακολουθήσει μια διαφωνία. Το Γενικό Στρατηγείο την ενέκρινε, το ΤΣΔΜ όμως τη θεώρησε επικίνδυνη: Φοβόταν τη φθορά δυνάμεων που θα ήταν ίσως αναγκαίες για να κρατηθεί άμυνα, αν το καλούσε η ανάγκη. Το Σώμα Στρατού ανέπτυξε τις απόψεις του. Θύμισε την ανάγκη να επιτεθεί γρήγορα, προτού ενισχυθεί τυχόν ο εχθρός, βεβαίωσε πως η επιχείρηση θα είχε επιτυχία και ας γινόταν μ' ελλείψεις στα πυρομαχικά. Το ΤΣΔΜ επέμεινε στις απόψεις του και η επίθεση χρειάστηκε ν' αναβληθεί. Τελικά, ύστερα από επέμβαση του Γενικού Στρατηγείου, που πίστευε στην ανάγκη γοργής ενέργειας, αποφασίστηκε ν' αρχίσει η επίθεση στις 14 Νοεμβρίου. Στη διάθεση τού ΤΣΔΜ το Γενικό Στρατηγείο έβαζε και το πυροβολικό της ΧΙΙΙ Μεραρχίας. Στο μεταξύ, και οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο και στην Πίνδο είχανε πάρει την ευνοϊκή τους τροπή, ο εφιάλτης των πρώτων ημερών σήκωνε το βάρος του από το στήθος της χώρας. Το Γενικό Στρατηγείο κατέληγε στην απόφαση να επιχειρήσει προέλαση των ελληνικών δυνάμεων, που να ξεπερνούσαν όλες τις αντικρινές οροσειρές της Αλβανίας και να εξασφάλιζαν την ελεύθερη χρησιμοποίηση του στρατηγικότατου δρόμου που πάει από την Κορυτσά στα Γιάννινα. Το Α' Σώμα Στρατού, εξάλλου, θα ενεργούσε προς το Τεπελένι, ή, το λιγότερο, θα κοίταζε να εξασφαλίσει το δρόμο από Χάνι Μπουραζάνι σε Κόνιτσα. Στις 8 Νοεμβρίου, η Χ Μεραρχία, που την είδαμε να συγκεντρώνεται στην περιοχή Αμυνταίου - Πτολεμαΐδας, αρχίζει να μεταφέρει τα τμήματά της στο Νεστόριο, στις όχθες του Αλιάκμονος, για να είναι έτοιμη να λάβει μέρος στην επίθεση κατά της Κορυτσάς. Η ζώνη της φτάνει, στα νότια, ίσαμε την Αητομηλίτσα και το Γράμμο, εκεί που η μάχη της Πίνδου τώρα κερδίζεται. Στις 12 του μηνός, η Μεραρχία προωθεί τις δυνάμεις της και παίρνει την επιθετική της διάταξη. Ο χειμώνας του βορρά έχει έρθει στο μεταξύ, πέφτει το χιόνι πυκνό. Οι πορείες γίνονται μέσα από χαράδρες που γλιστράνε, το πούσι σκεπάζει τα πάντα, πνίγει τον ορίζοντα, τα μονοπάτια έχουν χαθεί, οι ανεφοδιασμοί σταματάνε σχεδόν, ο στρατός πορεύεται αβοήθητος. Όμως πορεύεται, πάει να πιάσει τις θέσεις που πρέπει. Η στιγμή που θα εξαπολυθεί η επίθεση έχει οριστεί. Είναι τα χαράματα της 14ης Νοεμβρίου, ώρα εξίμιση. Προετοιμάζονται και οι Χ και ΙΧ Μεραρχίες, που Θα εξορμήσουν προς τη Μοράβα και η ΧV, που θα επιτεθεί στον 'Ιβάν. Η ΙΧ έχει πάρει, ύστερα από επίθεση, το Γράμμο. Στον τομέα της ΧV μαίνονται οι χιονοθύελλες, οι μεγάλες βροχές το κρύο έχει γίνει απάνθρωπο. Όμως μέσα στις νύχτες, κάτω από νερό ασταμάτητο, τα τμήματα πορεύονται, πιάνουν θέσεις. Από όλες τις κατευθύνσεις, από μονοπάτια, χαράδρες, κορφοβούνια, ο ελληνικός στρατός ανεβαίνει προς τα σύνορα, την 'Αλβανία, συγκεντρώνεται για τη μεγάλη του εξόρμηση. Το Γ' Σώμα Στρατού έχει παρατάξει τώρα, σε πρώτο κλιμάκιο, από νότο σε βοριά, τις Χ, ΙΧ και ΧV Μεραρχίες. Σε δεύτερο κλιμάκιο τη ΧΙΙΙ, που μόλις έφτασε. Οι Ιταλοί, αντίκρυ, έχουν φέρει ή φέρνουν, εκτός από τις τρείς μεραρχίες τους Βενέτσια, Πάρμα και Πιεμόντε, τη Μεραρχία Μοδένα, τη Μεραρχία Αρέτσο, τη Μεραρχία αλπινιστών Τριεντίνο, δύο συντάγματα Βερσαλλιέρων. Έχουν, τέλος, μια μονάδα άρματα μάχης και Ισχυρότατη Αεροπορία.
Είναι η νύχτα της 13 προς 14 Νοεμβρίου. Η πρώτη φάση του πολέμου, η αμυντική για τούς Έλληνες, έληξε. Αρχίζει η δεύτερη φάση, η επιθετική σ' όλο το μάκρος του μετώπου, από το Ιόνιο ίσαμε τη Μεγάλη Πρέσπα. Γι' άλλη μια φορά, την τέταρτη μέσα σε σαράντα χρόνια, ο ελληνικός στρατός θα τεντώσει το τόξο της μοίρας του. Στις 6.30' της 14ης Νοεμβρίου, η ΧV Μεραρχία άρχισε την επίθεση από τη χερσόνησο του Πυξού, ανάμεσα στις δύο Πρέσπες. Σύμφωνα με το σχέδιο, προπαρασκευή πυροβολικού δεν είχε προηγηθεί, η εξόρμηση γινόταν αιφνιδιαστικά και με τόση ορμή που ο εχθρός σάστισε, δεν μπόρεσε να βάλει σ' εφαρμογή το σχέδιο των αυτομάτων όπλων του, τα προχωρημένα τμήματά του λύγισαν αμέσως. Τα ελληνικά τάγματα που έκαναν την επίθεση, προχώρησαν γοργά. Πιο πέρα όμως το έδαφος γινόταν ορεινό, ο εχθρός μπορούσε να προβάλει εκεί αποτελεσματική αντίσταση. Οι Ιταλοί, πραγματικά, άρχιζαν ν' αγωνίζονται με πείσμα, πολυβόλα τους κρυμμένα μέσα σε πολυβολεία γερά, και μαζί όλμοι, πυροβολικό, είχαν αρχίσει να δουλεύουν όλα μαζί. Οι θέσεις τους σαΐτευαν φωτιά και σίδερο, η Αεροπορία χτυπούσε τις επιτιθέμενες ελληνικές δυνάμεις. Αλλεπάλληλες Ιταλικές αντεπιθέσεις προσπαθούσαν στο μεταξύ ν' ανακόψουν την ελληνική προχώρηση. Ήταν ένας αγώνας σκληρός, που δεν μπόρεσε όμως, από Ιταλική πλευρά, να κρατήσει πάνω από τρεισήμισι ώρες. Στις 10 το πρωί, ο ελληνικός στρατός είχε σπάσει την κύρια ιταλική γραμμή. Το απόγεμα έγινε νέα εξόρμηση, για να παρθεί το ύψωμα 1480. 0 λόγος δόθηκε τώρα στην ξιφολόγχη και τη χειροβομβίδα, γιατί οι αντίπαλοι ήταν αντικριστοί πια, αγγίζονταν μεταξύ τους. Το ύψωμα παίρνεται και το Ιβάν αρχίζει ν' απομονώνεται. Ανάλογες επιτυχίες έχουν τα ελληνικά τμήματα που ενεργούν στα νότια της Μικρής Πρέσπας. Η γέφυρα του Δεβόλη κυριεύεται από τους Έλληνες, που προλαβαίνουν και αιφνιδιάζουν τη φρουρά της προτού προβεί σε ανατίναξη. Η προέλαση έχει φτάσει κιόλας σε βάθος τεσσάρων χιλιομέτρων. Με τον ίδιο αιφνιδιαστικό τρόπο, όπως στο Βόρειο τομέα, είχε επιτεθεί και στον Κεντρικό η ΙΧ Μεραρχία. Στις 8 η ώρα, τμήματά της είχαν καταλάβει το χωριό Μέγκουλα, προχώρησαν περισσότερο, έφτασαν στην Κόνιτσα. Το βράδυ, άλλα τμήματά της προσπέρασαν το Σάλ. Η γραμμή των Ιταλών Κόνιτσα - Ρέσνιτσα είχε σπάσει. Η X Μεραρχία, στον δικό της τον τομέα, τον νότιο, συναντάει δυνατή αντίσταση του εχθρού, προχωρεί σε λιγότερο βάθος. Μερικά τμήματά της καθηλώθηκαν μπροστά στις οχυρωμένες θέσεις των Ιταλών, παίρνεται όμως το Μπόζιγκραντ και τα υψώματα γύρω στο Νικολίτσε. Γενικά, ο απολογισμός της πρώτης ημέρας ήταν ικανοποιητικός : Είχε κατορθωθεί διάσπαση της αμυντικής τοποθεσίας του εχθρού στους τομείς της XV και της ΙΧ Μεραρχίας και αυτό ήταν σημάδι καλό για τη συνέχεια της μάχης. Αιχμάλωτοι πολλοί είχαν πιαστεί, πολεμικό υλικό κυριεύτηκε. Το ελληνικό πυροβολικό είχε κινηθεί μ' ευελιξία, κατά κλιμάκια, κατόρθωσε να υπερνικήσει κακοτοπιές απίθανες, να υποστηρίξει με θαυμαστή αποτελεσματικότητα τις εφόδους του πεζικού. Αλλά η επίθεση είχε γίνει σε μέγα πλάτος, σε όλο το ανάπτυγμα του βόρειου μετώπου, όλες οι εφεδρείες είχαν χρησιμοποιηθεί. Αυτό δεν μπορούσε να γίνεται κάθε μέρα. Την επομένη, 15 Νοεμβρίου, κυριεύονται και άλλα υψώματα, μ' όλο που στο σύνολό της η επίθεση δείχνεται περισσότερο φειδωλή. Τα ελληνικά τμήματα πήρανε το χωριό Πολιόσκα, στα δυτικά τού Δεβόλη, ενώ κατόρθωναν και να στερεοποιήσουν το ρήγμα που είχε ανοιχτεί στην αμυντική τοποθεσία του εχθρού. Η 16 Νοεμβρίου, τρίτη ημέρα, βελτίωσε ακόμα περισσότερο τις ελληνικές θέσεις. Μολονότι στο Βόρειο τομέα η ΧV Μεραρχία δεν μπορούσε να πετύχει σημαντικά αποτελέσματα, στον Κεντρικό και στο Νότιο πάρθηκαν τα χωριά Ρέσνιτσε και Άρζα. Αιχμάλωτοι έδωσαν την πληροφορία πως μια ακόμα ιταλική μεραρχία, η Αρέτσο, έμπαινε στον αγώνα. Τώρα ήταν τέσσερες οι μεραρχίες που υπεράσπιζαν τη Μοράβα και το Ιβάν. Έπρεπε να ενισχυθεί ανάλογα και η ελληνική παράταξη. Το ΤΣΔΜ είχε στη διάθεση του Γ' Σώματος Στρατού τη ΧΙΙΙ Μεραρχία, που θα έπαιρνε θέση ανάμεσα στη ΙΧ και στη XV, με μέτωπο προς τη βορεινή ράχη της Μοράβας. Η ΧΙ εξάλλου, ήταν έτοιμη να κινηθεί προς το μέτωπο από την περιοχή της Οινόης, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένη. Στις 17 Νοεμβρίου η XV Μεραρχία κατορθώνει να πάρει τα χωριά Ματσουρίστιτ και Γκολομπέρντα, δηλαδή με βαθμιαία προχώρηση να κρούσει τις πύλες του Ιβάν. Στο κέντρο, ύστερα από αγώνα σκληρό, ολοκληρωνόταν από τμήματα της ΙΧ Μεραρχίας η κατάληψη της κορυφογραμμής της Πρόπας. Γενικά άλλωστε η σύγκρουση είχε πάρει τώρα χαρακτήρα δραματικό. Οι Ιταλοί έβλεπαν τη γραμμή τους να καταρρέει και αγωνίζονταν με αληθινή απόγνωση να σώσουν ότι μπορούσαν, ν' αγκιστρωθούν στις θέσεις τους. Οι Έλληνες κέρδιζαν μία - μία αυτές τις θέσεις, με προσπάθεια σκληρή, ενώ οι απώλειες γίνονταν βαριές και από τα δύο μέρη. Ωστόσο η τύχη της Κορυτσάς είχε κιόλας κριθεί. Μάταια θα εμπλακεί στον αγώνα και νέα ιταλική μεραρχία, η Τριεντίνα, των αλπινιστών. Το μόνο της κατόρθωμα θα είναι ν' ανακόψει για μια στιγμή την προχώρηση της ΧV Μεραρχίας. Στις 17 Νοεμβρίου η μεγάλη δημοσιά Ερσέχας - Κορυτσάς, πίσω από τη Μοράβα, βάλλεται από τα πυρά του ελληνικού πυροβολικού, που χτυπάει και τους στρατώνες της Κορυτσάς, και το αεροδρόμιο της. Αλλά οι μάχες έχουν τις μεταπτώσεις τους, η τύχη τις εναλλαγές της. Μια στιγμιαία σύγχυση θα παρουσιαστεί στις τάξεις της ΧΙΙΙ Μεραρχίας, που έμπαινε στον αγώνα εκείνη ακριβώς την ημέρα. Η νυχτερινή πορεία κάτω από βροχή, το σκοτάδι, το άγνωστο έδαφος, είχανε κάνει να χαθεί η επαφή ανάμεσα σε κάποια τμήματα. Το επιφορτισμένο με την επίθεση απόσπασμα, ερχόταν σ' επαφή, μεσημέρι της 18 Νοεμβρίου, με τήν οργανωμένη ιταλική τοποθεσία στην περιοχή του Χότσιστε, ανεύθυνες όμως διαδόσεις παρεπλάνησαν το Διοικητή του Συντάγματος, που βρισκόταν στα βορεινά της Πολιόσκας, και του δημιουργήθηκε η εντύπωση πως τα μαχόμενα τμήματά του είχαν διαλυθεί. Ευτυχώς η διαταγή για σύμπτυξη προς την Πολιόσκα άργησε να φτάσει στον προορισμό της, η κίνηση δεν ολοκληρώθηκε. Το Γεν. Στρατηγείο απομάκρυνε τους υπευθύνους και ανέθεσε τη διοίκηση της ΧΙΙΙ μεραρχίας στον ίσαμε τότε Αρχηγό πυροβολικού του Σώματος, τον υποστράτηγο Σωτ. Μουτούση. Πρώτη ενέργεια του νέου μεράρχου ήταν να διατάξει αμέσως, για την άλλη μέρα, επίθεση. Η διαταγή τέλειωνε με τα απλά τούτα λόγια "Την Επίθεσιν θα υποστηρίξω δια του βαρέος πυροβολικού και θα την παρακολουθήσω έφιππος εκ του εγγύς". Υπάρχουν στον πόλεμο κάποιες απλές αλλά καίριες φράσεις, που βρίσκουν να πουν το μοναδικό που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή. H δυσκολία είναι να έχεις, την καρδιά που πρέπει, για να το βρεις.
Όσο και αν οι επιτυχίες, των πρώτων ημερών είχαν βαρύνουσα σημασία, ο αγώνας , δεν γινόταν λιγότερο σκληρός για τον ελληνικό στρατό καθώς οι μέρες περνούσαν. Απεναντίας : Στην πεισματωμένη αντίσταση των 'Ιταλών, στην υπεροχή τους σε δύναμη πυρός, σε Αεροπορία, ερχόταν τώρα να προστεθεί ο χειμώνας. Με συνθήκες υπερβολικά δύσκολες αντιπάλευαν τα επιτιθέμενα τμήματα, ιδιαίτερα με την πυκνή καταχνιά, που τ' ανάγκαζε εδώ - εκεί να σταματάνε, ανίκανα να ξεκρίνουν το δρόμο τους. Το πυροβολικό έπαυε την υποστήριξη του όταν βρισκόταν σ' αδυναμία να κανονίσει βολή. Στα υψώματα έπεσε το πρώτο χιόνι. Κι όμως, άλλοτε περισσότερο αισθητά, άλλοτε ανεπαίσθητα, όλο και βελτιώνονταν οι ελληνικές θέσεις. Η ΙΧ Μεραρχία παίρνει το ύψωμα 1805 και η ανασυγκροτημένη ΧΙΙΙ τα χωριά Χότσιστε και Κράτσε, μ' εξήντα αιχμαλώτους. Η ραχοκοκαλιά της Μοράβας, στη νότια άκρη της, έχει τώρα καβαλικευτεί από τις ελληνικές δυνάμεις και ο δρόμος από Ντάρζα σε Μπομποτίτσα χτυπιέται από τ' αυτόματα και το πυροβολικό. Από τις 19 Νοεμβρίου επεμβαίνει δραστήρια στον αγώνα η νεοσύστατη «Ομάς Μεραρχιών Κ», υπό τον αντιστράτηγο Γ. Κοσμά. Την αποτελούσαν οι μεραρχίες Χ και ΧΙ, που κατείχαν το αριστερό του μετώπου της Μοράβας. Διοικητές τους, τώρα, οι υποστράτηγοι Γ. Δρομάζος και Ν. Τσίτουρας. Οι μέρες και οι νύχτες της 19 και 20 Νοεμβρίου αφιερώνονται σε προετοιμασία για την επίθεση. θα έχει για στόχο της την εγκατάσταση στις δυτικές υπώρειες της Μοράβας και την εξασφάλιση ελέγχου πάνω στη μεγάλη αρτηρία Ερσέκας - Κορυτσάς. Η επίθεση αρχίζει, ύστερα από μιας ώρας προπαρασκευή πυροβολικού, στις δύο τ' απομεσήμερο της 21ης Νοεμβρίου. 0 αγώνας είναι σκληρός. Παίρνεται το ύψωμα 1900 και νοτιότερα, άλλο ύψωμα, που είναι το κλειδί για όλη την αμυντική γραμμή της Μοράβας. Το ύψωμα τούτο οι Ιταλοί το είχαν διεκδικήσει με πείσμα, το ανακατέλαβαν ύστερα από ισχυρή αντεπίθεση, το ξανάχασαν. Στις 21 Νοεμβρίου το Γενικό Στρατηγείο κοινοποίησε στο ΤΣΔΜ πληροφορία από γιουγκοσλαβική πηγή πως μια φάλαγγα ως είκοσι χιλιόμετρα μάκρος φάνηκε να οδεύει από την Κορυτσά στο Πόγραδετς. Ήταν φανερό πως οι Ιταλοί, που έχασαν πια τη Μοράβα, αδειάζουν την Κορυτσά. Η παραμονή τους εκεί Θα ήταν στο εξής πολύ επικίνδυνη, γιατί η ελληνική προέλαση από τις δύο όχθες της λίμνης Μαλίκη θα τους υπερφαλάγγιζε, με αποτέλεσμα να κόψει το δρόμο για κάθε μελλοντική υποχώρηση από την Κορυτσά προς τα βόρεια. Αμέσως το Γ΄ Σώμα Στρατού προώθησε ομάδες αναγνωρίσεως στα πλάγια της Μαλίκης, διέταξε την XV Μεραρχία να πιάσει τη δυτική έξοδο του στενού Τσαγκόνι και την ΙΧ να στείλει προφυλακές στο ρέμα δυτικά της Κορυτσάς. Μαζί, η Ομάς Μεραρχιών Κ θα ξανάρχιζε, ζωηρότερη τώρα, την επίθεση. Χαράματα της 22ας Νοεμβρίου διαπιστώνεται πως ο εχθρός διέκοψε την επαφή του με τις ελληνικές δυνάμεις. Τότε αυτές προχωρούν όλες μαζί. Παίρνεται χωρίς αντίσταση το Τσαγκόνι, ένα σύνταγμα ανεβαίνει το μεσημέρι στην κορυφή του Ιβάν. Άλλα τμήματα πιάνουν τις βορειοδυτικές παρυφές της Μοράβας. Τέλος, το Απόσπασμα Μπεγέτη, που είχε διακριθεί σε όλο το διάστημα των επιθετικών ενεργειών, παίρνει το Μπόργια. Στις έξι παρά τέταρτο το βράδυ, ένα τάγμα κι ένας λόγος μπαίνουν στην Κορυτσά. Η πολιτεία υποδέχεται τους ελευθερωτές της μέσα σε παραλήρημα, πνιγμένη στις σημαίες. Είναι η τέταρτη φορά μέσα σε τριάντα οχτώ χρόνια που η ελληνική Κορυτσά ξανάρχεται στα ελληνικά χέρια.
Η αναγγελία έγινε στη Διοίκηση πεζικού της ΙΧ Μεραρχίας μ' ένα λακωνικό κείμενο «'Αναφέρω ώραν 17.45' σήμερον το ύπ' εμέ απόσπασμα εισελθόν Κορυτσάν, απηλευθέρωσε ταύτην. Συνταγματάρχης Μπεγέτης.» Ήταν η πρώτη πέρα από τα σύνορα μεγάλη πολιτεία, η μεγαλύτερη της Βόρειας Ηπείρου, που κυρίευε ο ελληνικός στρατός. Εικοσιπέντε ημέρες είχαν περάσει από την εισβολή των Ιταλών στην Ελλάδα. Η ελληνική προέλαση, ξεπερνούσε σε βάθος τα εικοσιπέντε χιλιόμετρα...
Έλληνες Δολοφόνοι Grci katili Αρκετά με τα ψέματα σας στον κόσμο, Δεν σας πειράζει το όνομα, αλλά σας πειράζει το Αιγαίο Ο χρόνος έχει περάσει, η συμμαχία σας έχει καταρρεύσει όλος ο κόσμος ξέρει τι κάνατε, έχετε αποσπάσει την αρχαία Μακεδονία
Η συμφωνία του Βουκουρεστίου θα ανοίξει σύντομα, Το Μακεδονικό ζήτημα θα κλείσει Το Αιγαίο μας, αυτό της Μακεδονίας, πρέπει να το επιστρέψετε, Για ότι κακό έχετε κάνει θα μας το πληρώσετε
Ει, Έλληνες Δολοφόνοι, πως δεν ντρεπόσαστε να αλλάξετε το όνομα Μακεδονία Πάντα ήταν και θα παραμείνει, το όνομα Μακεδονία Όλος ο κόσμος ξέρει τι κάνατε ότι έχετε αποσπάσει την αρχαία Μακεδονία
Η συμφωνία του Βουκουρεστίου θα ανοίξει σύντομα, Το Μακεδονικό ζήτημα θα κλείσει, Το Αιγαίο μας, αυτό της Μακεδονίας, πρέπει να το επιστρέψετε, Για ότι κακό έχετε κάνει θα μας το πληρώσετε
Εάν δεν το επιστρέψετε, θα το πληρώσετε στον θεό, Θα καείτε από φλόγες, Θα σας συγκλονίσουν οι θεοί Στα επόμενα 300 χρόνια όλα τα νησιά σας θα καταποντιστούν
Δεν νιώθω λύπη που θα καείτε Και ούτε θα λυπηθώ επειδή θα πνιγείτε Αλλά λυπάμαι γιατί δεν θα περπατώ στο κέντρο της «Μακεδόνσκι Σολούν» Κόκκινο κρασί δεν θα πιώ Ένα Μακεδόνσκατα τραγούδι μας να σας τραγουδώ
Do koga brakja mili Makedonci
Do koga brakja mili Makedonci do koga Grci kje tolchat so lazhnoto verno duhovenstvo milata nasha rodina.
Zoshto to Vie prichina stanavte predi petstotini godini narodnata ni patrijarshija so lagi ni ja prezedovte.
Kade se nashite pisateli kade se nashite spisanija se' e, se' e prav i pepel storeno od grchkata egzarhija.
Stanete site brakja Makedonci od site makedonski gradovi i da vikneme site so glas golem begajte Grci ne Ve sakame.
Vojo Stojanovski - Edna misla imame
Kade i da odish Kade i da shetash Ne se srami Ne se plashi Makedonec da si. x2
Ref. Edna misla imame Eden zhivot zhiveeme Makedonia cela da e Sekoj da ja znae. x2
Ako nekoj reche Makedonia e mala Ima ushte dva, tri dela Za da bide cela. x2
Ref. x2
Nie ne sme Grci Bugari ni Srbi Cheda sme na Aleksandar Gordost Makedonska. x2
Ref. x2 --------------------------------- Војо Стојановски - Една мисла имаме
Каде и да одиш каде и да шеташ не се срами не се плаши Македонец да си. х2
Реф. Една мисла имаме еден живот живееме Македонија цела да е секој да ја знае. х2
Ако некој рече Македонија е мала има уште два три дела за да биде цела. х2
Реф. х2
Ние не сме Грци Бугари ни Срби чеда сме на Александар гордост македонска. х2
Реф. х2
BISER BALKANSKI
Solzi sami kapat prostimi teski se ko tvoite planini place srce od tri strani so krvavi mnogu godini place srce od tri strani so krvavi mnogu godini
eee Makedonijoo ti si biser balkanski sprotif pirin egej sin so bistri vodi vardarskii
Samo edna ima vistina ima edna makdeonija deleteja parceteja pak ke bide nasa najmila deleteja parceteja pak ke bide nasa najmila
eee Makedonijoo ti si biser balkanski sploti pirin egej sin so bistri vodi vardarskii
Makedonci na glas zapejte makedonsko oro igrajte majka mila spomneteja ziva bila makedonija majka mila spomneteja ziva bila makedonija
eee Makedonijoo ti si biser balkanski sprotif pirin egej sin so bistri vodi vardarskii BISER BALKANSKI
WE HAVE ONLY ONE NAME
Near Vardar MACEDONIANS, Near White Sea(Aegean)also MACEDONIANS, In Pirin also MACEDONIANS Great name that will never die.
We have only ONE NAME We bear it in our souls We gave thee our LIVES,oh Macedonia!
And under Pirin a valley and next to the sky-mountains and the rivervs-auriferous and the lakes-pearly
We have only ONE NAME We bear it in our souls We gave thee our LIVES,oh Macedonia!
Mother Macedonia Balkanic Beauty who gave birth unto thee and will give our Lives for thee!
Едно Име Имаме
Покрај Вардар, Македонци покрај Егеј, Македонци и под Пирин, Македонци славно име непокорно!
Едно име имаме во душата го носиме за Тебе живот даваме, о Македонијо!
И под Пирин долина а до небо планини... реките златоносни а езера бисери...
Едно име имаме во душата го носиме за Тебе живот даваме, о Македонијо!
Мајко Македонијо балканска убавице кој се родил во Тебе и животот го дава за Тебе!
List of Macedonian Patriotic Songs (deleted 31 Jul 2008 at 00:34) By “Wikipedia Aleksandar Car Makedonski English: Alexander, Macedonian King) (by Suzana Spasovska) Biser Balkanski (English: Pearl of the Balkans) (by Goce Nikolovski) Da si živa i zdrava Makedonijo (English: May you be alive and healthy, Macedonia) (by Kuku Lele) Dobro utro Makedonijo (English: Good morning, Macedonia) (by Blagica Pavlovska) Doma si e doma (English: Home is home) (by Vlado Janevski) Edna misla imame (English: One thought we have) (by Vojo Stojanovski) Gordo Makedonijo (English: Proud Macedonia) (by Suzana Spasovska) I nie sme deca na Makedonija (English: We are also children of Macedonia) (by Vaska Ilieva) Jas sum čisto Makedonče (English: I am a pure little Macedonian) (by Grupa Makedonija) Kade ste Makedoncinja (English: Where are you little Macedonians) (by Aleksandar Sarievski) Makedonija (song in Croatian language) (English: Macedonia) (by Time) Makedonijo te sakame (English: Macedonia, we love you) (by Macedonian All Stars) Makedonsko devojče (English: Macedonian girl) (old folk song, several interpreters) Makedonsko zname (English: Macedonian flag (by Cane Nikolovski) Od nas zavisi (English: It depends on us) (by Karolina Gočeva) Poslušajte patrioti (English: Listen, patriots) (by Džorlevi) Stani Makedonijo (English: Stand up, Macedonia) (by Suzana Spasovska) Vardare, Pirin kaj ti e (English: Vardar, where is your Pirin) (by Zoran Markovski)
Μουσική: Παραδοσιακό Στίχοι: Παραδοσιακό Μακεδονίας Ο ΛΕ-ΛΕ-ΛΕ
Μανούλα μου η αγάπη μου μ' άφησε Μανούλα μου η αγάπη μου μ' άφησε Ο λε-λε-λε Ο λε-λε-λε-λε μάνα μου ου ου ου ου ου Ο λε-λε-λε Ο λε-λε-λε-λε μ' άφησε
Στη ξενιτιά λησμονιά θα έβρω μάνα μου Στη ξενιτιά λησμονιά θα έβρω μάνα μου Ο λε-λε-λε Ο λε-λε-λε-λε μάνα μου ου ου ου ου ου Ο λε-λε-λε Ο λε-λε-λε-λε μ' άφησε
Στη ξενιτιά μανούλα μου αρρώστησα Στη ξενιτιά μανούλα μου αρρώστησα Ο λε-λε-λε Ο λε-λε-λε-λε μάνα μου ου ου ου ου ου Ο λε-λε-λε Ο λε-λε-λε-λε μάνα μου
Άνοιψαν τα δέντρα Στίχοι: Παραδοσιακό Μακεδονίας Μουσική: Παραδοσιακό
Άνοιξαν τα δέντρα ού(νου)λα κι' οι αμυγδαλιές, κι' οι αμυ-κι οι αμυγδαλιές Αλήθεια είν' αγάπη μου σ' αγαπώ αλήθεια είν' αγάπη μου σ' αγαπώ
Μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο γιατί με μάρανες το πικραμένο γιατί με μάρανες το πικραμένο
Πηγαίνω κι έρχομαι μα δε σε βρίσκω πηγαίνω κι έρχομαι μα δε σε βρίσκω βρίσκω την πόρτα σου αμπαρωμένη τα παραθύρια φεγγοβολούνε
Ρωτώ το πάπλωμα "πού είν' η κυρά σου;" ρωτώ το πάπλωμα "πού είν' η κυρά σου;" κυρά μ' δεν είναι εδώ πάει σε στη βρύση πάει σε να πιει νερό και να γεμίσει
Μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο γιατί με μάρανες τον πικραμένο γιατί με μάρανες τον πικραμένο
Βιργινούδα
Μουσική: Παραδοσιακό Ερμηνευτές: Μιχάλης Τερζής, Γιώργος Μπαγιώτης Στίχοι: Το μαντήλι που κεντούσες έπεσε μες στο γιαλό Βιργινούδα μ', έπεσε μες στο γιαλό.
Κι έσκυψα για να το πάρω, κόντεψα για να πνιγώ Βιργινούδα μ', κόντεψα για να πνιγώ.
Καν' τα τα μαλλιά σου σκάλες, καν' τα σκάλες ν' ανεβώ Βιργινούδα μ', καν' τα σκάλες ν' ανεβώ.
Να φιλήσω την ελιά σου και τον άσπρο σου λαιμό Βιργινούδα μ', και τον άσπρο σου λαιμό.
Έχει ο γιαλός φουρτούνα κι η αγάπη έχει καημό Βιργινούδα μ', κι η αγάπη έχει καημό.
H ΓΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Η γη του Μεγαλέξανδρου η γη των Μακεδόνων Η γη του Μεγαλέξανδρου η γη των Μακεδόνων
ήταν και θα ναι ελληνική το καμάρι των αιώνων ήταν και θα ναι ελληνική το καμάρι των αιώνων
Απ το βορά ως το νοτιά Ανατολή και Δύση Απ τον βορά ως το νοτιά Ανατολή και Δύση
Ένα τραγούδι αντηχεί Ποιος θα το σταματήσει Ένα τραγούδι αντηχεί Ποιος θα το σταματήσει
Μπάτε κορίτσια στο χορό Αγόρια στο μεθύσι Μπάτε κορίτσια στο χορό Αγόρια στο μεθύσι
Τούτο τον τόπο δεν μπορεί Κανείς να τον πατήσει Τούτο τον τόπο δεν μπορεί Κανείς να τον πατήσει
Μπάτε κορίτσια στο χορό Αγόρια στο μεθύσι Τούτο τον τόπο δεν μπορεί Κανείς να τον πατήσει Τούτο τον τόπο δεν μπορεί Κανείς να τον πατήσει Τούτο τον τόπο δεν μπορεί Κανείς να τον πατήσει Τούτο τον τόπο δεν μπορεί Κανείς να τον πατήσειιιι
ΜΙΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ
Μια γαλα κι αμάν και γι’ αμάν αμάν Μια γαλάζια περιστέρα.
Άντε μια γαλάζια περιστέρα πέταξε και πάει πιο πέρα. Άντε πέταξε και πάει πιο πέρα μια γαλάζια περιστέρα.
Πέταξε κι αμάν και γι’ αμάν αμάν, πέταξε και πάει πιο πέρα, άντε πέταξε και πάει πιο πέρα, το γιαλό γιαλό πετούσε άντε πέταξε και πάει πιο πέρα το γιαλό γιαλό πετούσε.
Το γιαλό κι αμάν και γι’ αμάν αμάν το γιαλό γιαλό πετούσε. Άντε το γιαλό γιαλό πετούσε και το ταίρι της ζητούσε, άντε το γιαλό γιαλό πετούσε και το ταίρι της ζητούσε
Άντε το γιαλό γιαλό πετούσε και το ταίρι της ζητούσε, άντε το γιαλό γιαλό πετούσε και το ταίρι της ζητούσε.
Η κατ’ αρχήν παραδοχή της πληροφορίας του Πορφυρογέννητου ότι περί τα μέσα της 8ης εκατονταετηρίδας μ.Χ. έλαβε χώρα η μεγάλη Σλαβική αποίκηση της Πελοποννήσου, δεν αποκλείει, ενδεχομένως, την ύπαρξη και προγενέστερων ληστρικών, σλαβικών κατ’ αυτής επιδρομών, όπως σωστά παρατηρεί ο Α. Διομήδης, ίσως δε και μεμονωμένων, κατά συνέπεια εγκαταστάσεων, ιδίως απ’ το πρώτο τέταρτο του 7ου αιώνα, οπότε αρχίζουν οι Σλαβικές προσπάθειες προς αποικισμό της Βαλκανικής. Ενδιαφέρουσα γι’ αυτό είναι η άποψη του καθηγητού Ν.Βέη σε άρθρο του στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, όπου υποστηρίζει ότι όντως έλαβε χώρα αραβική και σλαβική επιδρομή στην Πελοπόννησο κατά το 589, χωρίς όμως εγκατάσταση των επιδρομέων, όπως υποστηρίχτηκε.
Είναι εύλογο ότι τέτοιες ασήμαντες επιδρομές με απλό ληστρικό χαρακτήρα, οι οποίες άλλωστε ήταν άπειρες στον αριθμό, απέφευγαν να τις αναφέρουν πολλές φορές οι βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι ή δεν είχαν καν λάβει γνώση τους. Μερικές φορές, όμως, αυτές οι επιδρομές άφηναν πίσω τους σε απομονωμένες περιοχές μερικά βαρβαρικά κατάλοιπα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου αφομοιώνονταν απ’ τους γύρω πληθυσμούς. Έτσι, άλλες φορές πάλι και οι Βυζαντινοί από μόνοι τους προέβαιναν είτε σε μεμονωμένες εγκαταστάσεις βαρβάρων αιχμαλώτων πολέμου ως δουλοπάροικων σε ελληνικά κτήματα, είτε και σε ομαδικές μεταφορές και εγκαταστάσεις βαρβαρικών πληθυσμών. Πολλές φορές ακόμη, λάμβαναν χώρα, ειρηνικά, σποραδικές μετακινήσεις βαρβαρικών κτηνοτροφικών πληθυσμών προς αναζήτηση βοσκών στις αραιοκατοικημένες περιοχές της αυτοκρατορίας.
Με όλους αυτούς τους τρόπους ή με ορισμένους μόνο από αυτούς, είναι πιθανό ότι έλαβαν χώρα και στην Πελοπόννησο σλαβικές εγκαταστάσεις και πριν ακόμη τη μεγάλη σλαβική κάθοδο των μέσων του 8ου αιώνα. Οι εγκαταστάσεις αυτές στις οποίες, προφανώς, οφείλεται η μνεία της Πελοποννήσου απ’ τον Άγιο Βιλλιβάρδο ως sclavinia terra(728), μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι κατά το μεγαλύτερό τους μέρος είχαν αρχίσει ήδη να εξελληνίζονται κατά την εποχή της λοιμικής νόσου(746), οπότε άλλωστε είναι πιθανό ότι εκμηδενίστηκαν από το λοιμό όπως και μεγάλο μέρος των υπολοίπων αγροτικών συνοικισμών της Χερσονήσου.
Οι σλαβικές επιδρομές αρχίζουν κυρίως στα νότια του Δούναβη και στις κυρίως ελληνικές χώρες απ΄το β΄τέταρτο του 6ου αιώνα επί Ιουστινιανού και συνεχίζονται επί των διαδόχων του μέχρι το Φωκά και τον Ηράκλειο, μόνο όμως επί του τελευταίου μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη συστηματικής εγκατάστασης εντεύθεν του Δουνάβεως. Είναι πιθανό ότι επί Ιουστινιανού, Τιβερίου και Μαυρικίου παρέμειναν σποραδικά, εδώ κι εκεί, σλαβικοί πληθυσμοί, όπως διαφαίνεται απ’ τα λεγόμενα του Προκοπίου, του Μενάνδρου και του Ιωάννη Εφέσου, στους οποίους, όμως, στη συνέχεια της αφήγησής τους επίσης διαφαίνεται ότι πρόκειται, κατ’ ουσία, για πρόσκαιρες κι όχι μόνιμες εγκαταστάσεις.
Απ’ το α΄ τέταρτο του 7ου αιώνα αρχίζει κυρίως η εγκατάσταση των Σλάβων στη Βαλκανική, συνεχίζεται καθ’ όλο τον 7ο αιώνα και κατά τα μέσα του 8ου αιώνα λαμβάνει χώρα η μεγάλη Σλαβική αποίκιση της Πελοποννήσου, η οποία άλλωστε δεν είναι και η τελευταία, σε σχέση μ’ αυτήν σλαβική επιχείρηση. Κατά το α΄ μισό του 10ου αιώνα επακολουθεί, επί Ρωμανού Λεκαπηνού, και άλλη σλαβική επιδρομή στην Πελοπόννησο του Τσάρου Σαμουήλ, κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα επί του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου.
Η αφομοίωση και ο εκβυζαντινισμός των Σλάβων της Βαλκανικής πρέπει να ιδωθεί και να μελετηθεί σε σχέση με την επίσημη αυτοκρατορική πολιτική απέναντί τους. Το σύστημα της ενισχύσεως του φθίνοντος πληθυσμού κάποιας περιφέρειας με εποικισμούς, εκούσιους ή ακούσιους και βίαιους, αποτέλεσε στο Βυζάντιο πρόχειρο μέσο δημογραφικής πολιτικής. Είναι πιθανό ότι οι Βυζαντινοί ενθάρρυναν επιτόπιες κινήσεις των σλαβικών φύλων και διευκόλυναν, ίσως, σε μερικές περιπτώσεις την μονιμότερη εγκατάστασή τους. Όμως όσοι υποστηρίζουν, μονόπλευρα και αποκλειστικά, ότι οι σλαβικές εγκαταστάσεις γίνονταν ειρηνικά και μάλιστα ευνοήθηκαν εξαρχής απ’ το κράτος, βρίσκονται μακριά απ’ την ιστορική αλήθεια. Οι μακροί αγώνες που προηγήθηκαν των εποικισμών, η ηρωϊκή άμυνα της Θεσσαλονίκης, τα σαφή δείγματα των καταστροφών, των δηώσεων και των ανατροπών μαρτυρούν εύγλωττα για το αντίθετο.
Εναντίον των σλαβικών φύλων της Μακεδονίας, εξεστράτευσε για πρώτη φορά ο Κώνστας Β΄, το 656-657: «επεστράτευσεν πολλούς και υπέταξεν», εγκαινιάζοντας έτσι την πολιτική της επέμβασης του βυζαντινού κράτους στις σκλαβηνίες, που θα συνεχιστεί τα κατοπινά χρόνια. Όμως η πολιτική της βυζαντινής αυτοκρατορίας απέναντι στους Σλάβους ενεργοποιείται σημαντικά μετά το 681. Μετά την εμφάνιση της βουλγαρικής απειλής, το κράτος απέβλεψε στην αφομοίωση του ξένου στοιχείου, κυρίως με ανταλλαγές πληθυσμών, με παραχωρήσεις κλήρου έναντι στρατιωτικών υπηρεσιών, αλλά και με βίαια μέτρα, όταν παρουσιαζόταν ανάγκη.
Η εκστρατεία που έκανε ο Κωνσταντίνος Δ΄ εναντίον των Στρυμονιτών και των Ρυγχίνων, προκλήθηκε απ’ το γεγονός ότι αυτοί διενεργούσαν πειρατείες έξω απ’ τον Ελλήσποντο, ζωτική εμπορική και στρατηγική περιοχή της αυτοκρατορίας. Αυτή η εκστρατεία στάθηκε δυνατή, γιατί μόλις είχε λήξει ένας επτάχρονος πόλεμος των Βυζαντινών με τους Άραβες, στα πρόθυρα της πρωτεύουσας. Αργότερα θα γίνουν κι άλλες αυτοκρατορικές εκστρατείες εναντίον των Σκλαβηνιτών της Μακεδονίας, καθώς παίρνονται και διάφορα μέτρα με στόχους την αριθμητική μείωση του σλαβικού στοιχείου και την αύξηση του ελληνικού. Αυτή η συνεχής στροφή της προσοχής του Βυζαντίου προς τη Βαλκανική και ειδικότερα προς τη Μακεδονία, οφειλόταν όχι τόσο σε κάποιες κατά διαστήματα εξεγέρσεις της μιας ή της άλλης σκλαβηνίας- άλλες φορές το κέντρο δεν επενέβαινε ούτε όταν οι Σλάβοι χτυπούσαν τη Θεσ/νίκη- όσο στο νέο παράγοντα, που ήταν η γειτνίαση των Βουλγάρων.
Λίγα χρόνια μετά τον Κων/νο Δ΄, εξεστράτευσε εναντίον των σκλαβηνιών της Μακεδονίας ο Ιουστινιανός Β΄ το 688, αφού προηγουμένως απώθησε τους Βουλγάρους στη Θράκη. Ήδη το 687/88 μετέφερε δυνάμεις ιππικού απ’ τη Μ.Ασία στη Θράκη, με σκοπό, όπως λέει ο Θεοφάνης «τους τε Βουλγάρους και τας Σκλαυϊνίας αιχμαλωτίσαι». Επικεφαλής του στρατού αυτού, άρχισε το έτος 688/89 μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Σλάβων. Μετά τη σύγκρουση με τους Βουλγάρους κινήθηκε προς τη Θεσσαλονίκη «πολλά πλήθη των Σκλάβων ...παραλαβών».
Η πορεία της εκστρατείας αυτής διαφωτίζει στο έπακρο την κατάσταση που επικρατούσε τότε στα Βαλκάνια. Για να φθάσει δηλαδή ο αυτοκράτορας απ’ την Κων/πολη στη Θεσ/νίκη χρειάστηκε να συγκροτήσει ένα στρατό ειδικά για το σκοπό αυτό και να διασχίσει μια περιοχή όπου υπήρχαν αρκετοί Σλάβοι. Η προέλασή του στη Θεσ/νίκη θεωρήθηκε μεγάλη πολεμική επιτυχία. Αντίσταση συνάντησε εκ μέρους ορισμένων Σκλαβηνιών μεταξύ Έβρου και Στρυμόνα, ενώ άλλες παραδόθηκαν ειρηνικά στον αυτοκράτορα. Κατά την παραμονή του στη Θεσ/νίκη ο Ιουστινιανός Β΄ δώρισε μια αλυκή στο ναό του Αγίου Δημητρίου. Οι αιχμάλωτοι και μερικοί απ’ εκείνους τους Σλάβους, που συνθηκολόγησαν, μεταφέρθηκαν στο θέμα Οψικίου, στη Βιθυνία, με την ιδιότητα των γεωργών-στρατιωτών. Ο Ιουστινιανός έδειξε εύνοια στους Σλάβους αυτούς κι αποκάλεσε μάλιστα το στρατιωτικό σώμα που σχημάτισε απ’ αυτούς «λαόν περιούσιον». Η μεταφορά Σλαβικών πληθυσμών της Βαλκανικής στη Μ.Ασία απέβλεπε στην ελάττωση του σλαβικού στοιχείου της Μακεδονίας, Θράκης και των ομόρων περιοχών, και ταυτόχρονα στην ενίσχυση του αγροτικού πληθυσμού του μικρασιατικού χώρου. Το κράτος καινοτόμησε στον τρόπο που οργάνωσε το μετοικισμό. Επέτρεψε να διατηρήσουν οι έποικοι την εθνική ομοιογένεια, για να μην αισθάνονται ξένοι στο νέο κοινωνικό και θρησκευτικό τους περιβάλλον, αλλά διασκόρπισε τις εγκαταστάσεις τους σε μεγάλη έκταση για ν’ αποτρέψει τις δυνατότητες συντονισμένης επαναστατικής εξέγερσης εκ μέρους τους.
Στα πλαίσια της προσπάθειας για την ένταξη των Σλάβων στην πολιτική ζωή του Βυζαντίου, ο Ιουστινιανός Β΄ εμπιστεύθηκε σε Σλάβους τις κλεισούρες του Στρυμόνα για να τις προστατεύουν εναντίον των Βουλγάρων. Πρόκειται για τους Σμολένους ή Σμολεάνους, που ως τότε κατοικούσαν ανατολικά απ’ το Νέστο. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας είδαν τους Βουλγάρους ως εχθρούς. Έτσι δέχονται ν’ αναλάβουν απ’ τη βυζαντινή διοίκηση αποστολές συναφείς με την άμυνα της Μακεδονίας εναντίον των Βουλγάρων.
Στους επόμενους χρόνους η βυζαντινή εξουσία δεν ανέχθηκε από μέρους των Σλάβων επαναστατικές κινήσεις. Αντιμετώπιζε τέτοιου είδους κινήματα στέλνοντας στρατιωτικά σώματα για την καταστολή τους (Κων/νος Ε΄- 759, λογοθέτης του οξέως δρόμου Σταυράκιος- 782-83). Οι Σλάβοι της Μακεδονίας και της Πελοποννήσου, και στις δύο περιπτώσεις νικήθηκαν και υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν νέο ετήσιο φόρο.
Νέα φάση εποικιστικής πολιτικής εγκαινιάζεται στις αρχές του 9ου αι. απ’ τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄ και φαίνεται ότι συνδέεται με την ανανέωση των βουλγαρικών επιθέσεων. Αναφέρεται, πράγματι ότι ο αυτοκράτωρ διέταξε να μεταφερθούν στις σκλαβηνίες του βυζαντινού κράτους βυζαντινοί υπήκοοι απ’ όλα τα θέματα. Η διαταγή, (που ο ιστορικός Θεοφάνης εντάσσει στις λεγόμενες «κακώσεις» του Νικηφόρου Α΄, δηλαδή σε διάφορα δραστικά και γι’ αυτό επαχθή εποικιστικά, οικονομικά και δημοσιονομικά μέτρα που απέβλεπαν στην εξυγίανση της αυτοκρατορικής οικονομίας), όριζε μικρή προθεσμία, από τον Σεπτέμβριο του 809 ως το Πάσχα του 810, και επέβαλλε την αναγκαστική εκποίηση της ακίνητης περιουσίας εκείνων που ήταν υποχρεωμένοι να μεταναστεύσουν. Η διαταγή εκτελέστηκε, παρά τους κλαυθμούς και οδυρμούς των θιγομένων. Στις σκλαβηνίες, όπου εγκαταστάθηκαν οι έποικοι, έλαβαν γαίες με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Σοβαρές ενδείξεις πείθουν ότι το μέτρο αυτό αφορούσε κυρίως το μακεδονικό και θρακικό χώρο και απέβλεπε στην πύκνωση του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής, με στόχο την αποτελεσματική ενίσχυση της άμυνας εναντίον των Βουλγάρων. Πράγματι, λίγο αργότερα, κατά την τρίτη δεκαετία του 9ου αι. και οπωσδήποτε πριν απ’ το 836, μαρτυρείται η ύπαρξη θέματος Θεσ/νίκης. Το γεγονός είναι χαρακτηριστικό της προόδου της αφομοίωσης των σλαβικών φύλων στη Μακεδονία. Η ίδρυση του θέματος προϋποθέτει εσωτερική γαλήνη και ειρήνευση. Πράγματι, η προσοχή του θεματικού στρατού αναμένεται ότι θα είναι αποκλειστικά στραμμένη στους εξωτερικούς εχθρούς, απερίσπαστη από εσωτερικές ταραχές ανυπότακτων στοιχείων. Οι στρατιώτες του θέματος που είχαν λάβει κλήρο απ’ τον αυτοκράτορα ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους, θα ήταν ασφαλώς αυτοί που εποικίστηκαν απ’ τον Νικηφόρο Α΄ στις μακεδονικές σκλαβηνίες. Όμως, σύμφωνα με τις Βυζαντινές συνήθειες, είναι σχεδόν βέβαιο ότι χρησιμοποιήθηκαν και νομιμόφρονες Σλάβοι.
Ο P.Lemerle δίνει, εδώ ακριβώς, τη μεγαλύτερη προσοχή του, σ’ αυτή την άλλη όψη της αντίστασης του Βυζαντίου που λαμβάνει χώρα πίσω απ’ τα σύνορά του και στο εσωτερικό των εδαφών του: την οργάνωση των θεμάτων για την αντιμετώπιση δύσκολων ή επικίνδυνων καταστάσεων. Αυτή η βαθιά μεταρρύθμιση στην επαρχιακή διοίκηση δεν έγινε την ίδια χρονική στιγμή σ’ όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Ακολούθησε μια πορεία ανάλογη με την εμφάνιση του κινδύνου. Και μπορεί να πει κανείς ότι η δημιουργία των θεμάτων της Βαλκανικής σημειώνει σημαντικά βήματα προς τον «επανελληνισμό» της Χερσονήσου.
Το πρώτο θέμα που δημιουργείται στην Ευρώπη είναι το θέμα της Θράκης. Ο Κων/νος Πορφυρογέννητος, αφού πρώτα αναφέρεται στην εποχή κατά την οποία δεν είχε δημιουργηθεί ακόμη, συνεχίζει γράφοντας:
«Αλλά, αφού ο απαίσιος λαός των Βουλγάρων έφτασε και εγκαταστάθηκε στο Δούναβη, ο βασιλιάς εγκατέστησε σ’ αυτή την περιοχή θέμα με στρατηγό λόγω των επιδρομών των Σκυθών και των Βουλγάρων».
Το θέμα της Θράκης, του οποίου μια πρώτη αναφορά βρίσκεται σ’ ένα γράμμα του Ιουστινιανού Β΄ της 17ης Φεβρουαρίου 687, δημιουργήθηκε στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Κων/νου ΙV Πωγωνάτου, ανάμεσα στο 680-685 και η δημιουργία του ανταποκρινόταν στο βουλγαρικό κίνδυνο.
Στο Σλαβικό κίνδυνο ανταποκρίθηκε, λίγο αργότερα, η δημιουργία απ’ τον Ιουστινιανό Β΄ του θέματος της Ελλάδος (πριν το 695). Είναι αλήθεια πως δεν ξέρουμε ποια ήταν τα όρια του θέματος Θράκης προς Δυσμάς, ούτε τα όρια του θέματος της Ελλάδος προς Βορρά.
Για την μεταβατική εποχή του 7ου-8ου αι. δεν μπορεί να ορίσει κανείς με ακρίβεια τα όρια της αρμοδιότητας της αρχαίας praefectura του Ιλλυρικού (Praefectura per Illyricum). Αυτό που είναι σχεδόν σίγουρο, είναι ότι η ύπαρξή της ως διοικητικής ενότητας ήταν απλά θεωρητική, και με την εξαίρεση της Θεσ/νίκης και ίσως μιας στενής λωρίδας απ’ την ακτή της, η υπόλοιπη περιοχή στερούνταν σταθερής διοίκησης. Η προοδευτική επαναφορά της περιοχής σ’ ένα σταθερό διοικητικό καθεστώς θα σημειωθεί με τη δημιουργία καινούριων θεμάτων που θα καλύψουν σιγά-σιγά το έδαφος του παλιού Ιλλυρικού. (Θέμα της Μακεδονίας- πιθανόν ανάμεσα στο 789-802, θέμα της Θεσ/νίκης- αρχές 9ου αι., Θέμα Στρυμόνα- αρχές 9ου αι., τούρμα και μετέπειτα θέμα Βολερού). Με τη δημιουργία τους μια καινούρια περίοδος αρχίζει στην ιστορία των Βαλκανίων. Μπορεί συνεπώς να λεχθεί ότι απ’ τις αρχές του 9ου αι. είχε σχεδόν πραγματοποιηθεί η στρατιωτικοπολιτική και διοικητική ένταξη στα πλαίσια της αυτοκρατορίας των αποδυναμωμένων πια σλαβικών πληθυσμών της Μακεδονίας και επιπλέον, ότι είχαν τεθεί, χάρη στα δημογραφικά μέτρα που ενίσχυσαν το ελληνοβυζαντινό στοιχείο τα θεμέλια της πολιτιστικής αφομοίωσης των Σλάβων: η τελευταία θα ολοκληρωθεί σχεδόν πριν απ’ το τέλος του 9ου αι. χάρη στον εξελληνισμό (την επικράτηση δηλαδή της ελληνικής γλώσσας) και χάρη στον εκχριστιανισμό όλου του σλαβικού στοιχείου της αυτοκρατορίας κι όχι μόνον των αρχόντων τους, που νωρίς είχαν υιοθετήσει τη γλώσσα, την ενδυμασία, τους τρόπους ζωής, και όπως μας δείχνει η επίκληση προς το Θεό ή τη Θεοτόκο πολλών μολυβδοβούλλων τους, τη θρησκεία των Βυζαντινών. Είναι φανερό ότι η σύσταση επισκοπών στα κέντρα των σλαβικών εγκαταστάσεων (π.χ. επισκοπή Σμολένων το 864), δηλώνει την ευρεία διάδοση του Χριστιανισμού μεταξύ των Σλάβων: η εκκλησιαστική οργάνωση συνδυασμένη με τη θεματική οργάνωση του συνόλου της περιοχής που απ’ τα ανατολικά της Θεσ/νίκης εκτείνεται ως τον Έβρο, αποτελούν αδιάψευστη απόδειξη της ολοκληρωτικής ένταξης των σλαβογενών πληθυσμών στο Βυζάντιο, παρά τις σποραδικές τάσεις για ανταρσία που ποτέ δεν έπαψαν να εκδηλώνουν τα ατίθασα αυτά φύλα προς κάθε οργανωμένη αρχή.
Είναι αυτονόητο, ότι η ένταξη των Σλάβων στη βυζαντινή κοινωνία (η οποία ακολούθησε την αφομοίωσή τους μέσω της διασπάσεως και της τεχνητής αραιώσεως των σλαβικών φυλετικών ομάδων, μέσω της πνευματικής επιδράσεως της εκκλησίας και μέσω της πολιτικοστρατιωτικής και διοικητικής τους απορρόφησης στο κρατικό μηχανισμό- «η κολυμβήθρα του θείου βαπτίσματος τους Σλάβους τω χριστεπώνυμω λαώ συνεμόρφωσε»), αν και συνάντησε κάποιες δυσκολίες λόγω των επαναστατικών τους κινημάτων, επιτεύχθηκε πλήρως και για το λόγο ότι η αντίδραση αυτή ήταν αδύναμη και σποραδική: τους Σλάβους της Ελλάδας χαρακτήριζε πλήρης έλλειψη και των στοιχειωδών ακόμη προϋποθέσεων για τη δημιουργία εθνικής και πολιτικής ενότητας και επομένως οργανωμένης αντιδράσεως κατά της βυζαντινής πολιτικής και του προηγμένου τοπικού στοιχείου. Την εργασία της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού, που επιτελέστηκε, αναφέρει χωρίο των Τακτικών του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού:
«Τοιαύτα δε (τα σλαβικά φύλα)», λέει ο συγγραφέας, «ο ημέτερος εν θεία τη λήξει γενόμενος πατήρ και αυτοκράτωρ Βασίλειος των αρχαίων ηθών έπεισε μεταστήναι και γραικώσας και άρχουσι κατά τον ρωμαϊκόν τύπον υποτάξας και βαπτίσματι τιμήσας, της τε δουλείας ηλευθέρωσε των εαυτών αρχόντων και στρατεύεσθαι κατά των Ρωμαίοις πολεμούντων εθνών εξεπαίσευσεν, ούτω πως επιμελώς περί τα τοιαύτα διακείμενος».
Με την ένταξη των Σλάβων στη βυζαντινή κοινωνία, δημιουργήθηκαν συνθήκες ειρήνης και ευμάρειας για την περιοχή της Μακεδονίας, απ’ τις οποίες επωφελήθηκε, κατά κύριο λόγο, η Θεσ/νίκη. Η μακεδονική μεγαλούπολη γνωρίζει, έτσι, μια νέα περίοδο ακμής, που αρχίζει απ’ τα μέσα του 9ου αι. και συνεχίζεται αδιάλειπτα, σχεδόν, μέχρι τη φραγκική κατάκτηση.
Στο ζήτημα της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού των Σλάβων, μεγάλο χώρο καταλαμβάνει η εξέταση των γλωσσικών καταλοίπων των Σλάβων στην Ελλάδα, που ήδη απ’ το 19ο αι. τα χρησιμοποίησε ο Fallmerayer για να αποδείξει τον πλήρη «εκσλαβισμό» του ελληνικού χώρου.
Τις γλωσσικές επιδράσεις των Σλάβων διακρίνουμε σε τρεις κατηγορίες: α)στη γραφομένη λόγια ελληνική γλώσσα, β) στη λεξιλογική επίδραση επί της ομιλουμένης ελληνικής και γ) στα τοπωνύμια. Όσον αφορά στην πρώτη κατηγορία, ο Fallmerayer είχε υποστηρίξει ότι η απώλεια και η ανάλυση του απαρεμφάτου οφείλονταν στην επίδραση των σλαβικών γλωσσών, ενώ άλλοι ερευνητές, ο Miklosich και ο W.Meyer απέδωσαν το φαινόμενο, ο πρώτος σε αλβανική και ο δεύτερος σε ιλλυρική επιρροή. Οι παλιές αυτές πλάνες ανατράπηκαν με τη δημοσίευση εργασιών, όπως της πραγματείας του D.Hesseling. Αποδείχτηκε έτσι, ότι «η απώλεια του απαρεμφάτου στην ελληνική εξηγείται δια των γλωσσικών φαινομένων, τα οποία μας αποκαλύπτει η μελέτη της γλώσσας αυτής καθ’ εαυτήν» και ότι «το φαινόμενο της αποβολής του απαρεμφάτου έχει τις ρίζες του στη γλώσσα των πρωτοχριστιανικών χρόνων κι ότι επομένως λανθασμένα αποδίδεται σε σλαβική επίδραση».
Όμως μεγαλύτερη προσοχή αξίζουν τα σλαβικά δάνεια της νεότερης ελληνικής, δάνεια αποκλειστικά λεξιλογικά. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σημαντικός, γιατί ο απλός δανεισμός μερικών λέξεων που διαμορφώνονται στα φωνητικά και γραμματικά πλαίσια της γλώσσας, είναι αναπόφευκτος σε λαούς που άσκησαν πνευματική επιρροή και ήρθαν σε επικοινωνία με αλλόγλωσσες εθνικές ομάδες.
Η κατά κατηγορίες ταξινόμηση των λεξιλογικών δανείων, κατά τον Meyer, δείχνει ότι οι σλαβικές λέξεις που εισαχθήκανε στη νέα ελληνική αναφέρονται στο μεγαλύτερο μέρος τους στον καθημερινό βίο αγροτικών και ποιμενικών πληθυσμών. Σπάνια, επίθετα δηλώνουν ψυχικές ιδιότητες του ανθρώπου και καμιά σλαβική λέξη δεν δηλώνει αφηρημένες έννοιες. Η παρατήρηση αυτή είναι ενδεικτική της πνευματικής στάθμης των σλαβικών πληθυσμών και του βαθμού της επίδρασής τους. Αν, απ’ την άλλη μεριά, κατανείμουμε τα σλαβικά λεξιλογικά δάνεια κατά γεωγραφικές ενότητες, θα έχουμε, κατά τον G.Meyer πάντα, την ακόλουθη στατιστική εικόνα : Ήπειρος 95, Θεσσαλία 36, Μακεδονία 43, Θράκη 31, Στερεά, Πελοπόννησος και νησιά 31. Αυτή η κατανομή οδηγεί σε σπουδαία μεθοδολογικά και ιστορικά συμπεράσματα. Θα ήταν φυσικό να περιμένουμε περισσότερες γλωσσικές επιδράσεις σε ορισμένες περιοχές της Μακεδονίας και στη Θράκη, κυρίως στη Ροδόπη. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των λεξιλογικών δανείων εντοπίζεται στην Ήπειρο, όπου, κατά τους πρώιμους τουλάχιστον χρόνους, οι σλαβικές εγκαταστάσεις δεν ήταν πυκνές. Όπως σωστά παρατήρησε ο Gaster πολλές σλαβικές λέξεις μεταδόθηκαν στη νέα ελληνική έμμεσα μέσω τρίτων, μη σλαβικών φορέων, όπως οι Αλβανοί και οι Βλάχοι. Επομένως η στιγμή κατά την οποία κάθε δανεισμένη λέξη μπήκε στην ελληνική γλώσσα, είναι ανάγκη να καθορίζεται είτε μέσα απ’ τα ελάχιστα γραπτά μνημεία που έχουν σωθεί, είτε με τη φωνητική μελέτη των λέξεων και τη βοήθεια της συγκριτικής γλωσσολογίας. Δηλαδή για να εκτιμηθούν σωστά τα γλωσσικά κατάλοιπα των Σλάβων πρέπει το γλωσσικό υλικό να γίνει πλήρως γνωστό και να εξεταστεί συγκριτικά προς τις άλλες, σλαβικές και μη γλώσσες της Χερσονήσου του Αίμου. Πάντως, κατά τον Vasmer, «αντίθετα προς τις δοξασίες του Fallmerayer, η νεοελληνική γλώσσα ελάχιστα υπέστη την σλαβική επίδραση».
Την τρίτη κατηγορία γλωσσικών καταλοίπων, τα τοπωνύμια, χρησιμοποίησε κυρίως ο Fallmerayer για να στηρίξει τη θεωρία του περί διασπάσεως της ελληνικής παραδόσεως. Όμως αν εξετάσουμε το Βόρειο τμήμα της Βαλκανικής, το οποίο αποτέλεσε τον κατεξοχήν χώρο δράσεως των σλαβικών φύλων, θα παρατηρήσουμε ότι τα φύλα αυτά, ιδίως όσον αφορά στα προσλαβικά αστικά κέντρα, επέδειξαν πρωτοφανή δυσχέρεια στη γεωγραφική μετονομασία τους. Γι’ αυτό, σειρά ολόκληρη μεγάλων αστικών κέντρων φέρει ακόμη και σήμερα παλαιά ελληνικά, ρωμαϊκά, Θρακοϊλλυρικά ή και κελτικά ονόματα (π.χ. Ναϊσσός- Nisch, Αυγούσται- Οgost, Βονωνία- Vidin, Ulpiana- Lipljan, Dorostolum, Δορόστολον- Δρίστρα- Silistria κ.τ.λ.).
Όσον αφορά τις νοτιότερες ελληνικές περιοχές, το θέμα των τοπωνυμιακών καταλοίπων είναι περισσότερο πολύπλοκο. Εδώ πρέπει να γίνει διάκριση των σλαβικών τοπωνυμίων σε δύο κατηγορίες: στα τοπωνύμια, των οποίων φορείς ήταν οι Σλάβοι έποικοι, «τα οποία αυτοί επέβαλλαν και τα οποία, μόνα αντιπροσωπεύουν την πραγματικήν, την ιστορικώς απηκριβωμένην και ουσιαστικήν επίδρασιν του σλαβικού στοιχείου εις την ονοματολογίαν της ελληνικής χώρας» (π.χ. Αράχωβα, Ζαγορά, Χελμός, Νεζερός κ.τ.λ.), και τα τοπωνύμια, τα οποία αποτελούν δευτερογενείς σχηματισμούς και δεν έχουν καμιά σχέση με το αρχικό εποικιστικό στοιχείο. Αυτά πλάσθηκαν απ’ τους Έλληνες σύμφωνα με τους φωνητικούς και μορφολογικούς κανόνες της ελληνικής γλώσσας(π.χ. Βάλιος, Ασπρόβαλτος, Μεσολόγγι, Παραλογγοί, Στάνη, Παλιοστάνη κ.τ.λ.). Αυτά τα τελευταία, μολονότι, προέρχονται από λέξεις σλαβικής προελεύσεως, δεν έχουν καμιά αποδεικτική σημασία, και καταχρηστικά και αντεπιστημονικά χαρακτηρίζονται σα σλαβικές.
Ο ιστορικός πρέπει να κάνει πολύ προσεκτική χρήση των στατιστικών δεδομένων προκειμένου να προβεί στη διατύπωση γενικότερων συμπερασμάτων, γιατί οι απόλυτες στατιστικές παρατηρήσεις παρουσιάζουν μονομέρεια και απλοϊκή ενατένιση των προβλημάτων με κίνδυνο παρερμηνείας των ιστορικών φαινομένων. Η στατιστική στην ιστορία τότε μόνο μπορεί να δώσει σαφείς εικόνες και να ερμηνεύσει ικανοποιητικά ιστορικές καταστάσεις, όταν λαμβάνονται ανά πάσαν στιγμήν υπ’ όψιν οι ιδιότητες του εξεταζομένου αντικειμένου. Πιο συγκεκριμένα, ο ιστορικός που εξετάζει από στατιστική άποψη το τοπωνυμικό υλικό, οφείλει πριν προβεί στη διατύπωση γενικότερων σκέψεων, να εξετάσει: α)αν το υλικό αυτό κατανέμεται κατά προτίμηση στις ορεινές, στις πεδινές ή στις παράλιες περιοχές. β) την σπουδαιότητα των συνοικισμών που δηλώνονται με τα ξενικά ονόματα, κι αυτό όχι μόνο στη βάση των σημερινών δεδομένων, αλλά ιστορικά, γιατί συνοικισμοί, οι οποίοι κατά τον Μεσαίωνα ήταν ασήμαντοι, εξελίχθηκαν συν τω χρόνω, σε αστικά κέντρα, και γ) εάν τα ξενικά ονόματα δόθηκαν απ’ τους εποίκους σε τόπους ακατοίκητους πριν, ή αντίθετα εξετόπισαν παλιότερα ελληνικά ονόματα.
Έχοντας κατά νου όλες τις παραπάνω επιφυλάξεις για τις στατιστικές μεθόδους και μετά από βαθιά μελέτη του τοπωνυμιακού υλικού, μπορεί κανείς να πεισθεί ότι οι συνοικισμοί της Ν.Ελλάδας, που δηλώνονται με σλαβικά ονόματα ήταν κατά κανόνα και εξακολουθούν να είναι ασήμαντοι αγροτικοί και ποιμενικοί σταθμοί. Υπάρχουν βέβαια ελάχιστες εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα: τα Βοδενά, η Βοστίτσα, τα Γρεβενά, το Ζητούνι (Λαμία). Επιπροσθέτως, ο Vasmer υποστηρίζει, με βάση στατιστικά δεδομένα, ότι η ανατολική Ελλάδα, υπέστη μικρότερη σλαβική επίδραση απ’ τη δυτική. Στην Πελοπόννησο η Κόρινθος και ιδιαίτερα η Αργολίδα πλήγησαν ελάχιστα απ’ τις σλαβικές επιδρομές, στην Στερεά Ελλάδα η Αττική και η Βοιωτία. Όπου οι ακτές ήταν προσφορότερες για απόβαση, όπως στην Ανατ. Θεσσαλία, εκεί κατά πάσα πιθανότητα, οι Σλάβοι απωθήθηκαν ευκολότερα. Επίσης διέμειναν περισσότερο στους απομακρυσμένους απ’ τη θάλασσα ορεινούς όγκους, εφ’ όσον κατόρθωσαν να εισχωρήσουν σ’ αυτές τις περιοχές. Σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η ασθενής σλαβική επίδραση στην ονοματολογία της Εύβοιας, της Μαγνησίας, της Λάρισας, η οποία εξαίρεται ιδιαίτερα συγκρινόμενη με την ονοματολογία των Τρικάλων-Καρδίτσας, καθώς και τα πολλά σλαβικά ονόματα της Αρκαδίας και του Ταϋγέτου.
Το πρόβλημα των σλαβικών γλωσσικών καταλοίπων συνδέεται και εγείρει ένα άλλο πρόβλημα: το ποιοί ήταν οι Σλάβοι που κατέβηκαν στην Ελλάδα και σε ποια απ’ τις μεγαλύτερες σλαβικές ομάδες ανήκαν. Για τα σλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές χώρες, γνωρίζουμε δυστυχώς μόνο μερικά σποραδικά ονόματα. Έτσι δεν μπορούμε, μέσα απ’ αυτά, να οδηγηθούμε σε γενικότερα συμπεράσματα όσον αφορά στην ένταξη των σλαβικών αυτών φύλων σε κάποιο μεγαλύτερο κλάδο της σλαβικής οικογένειας. Τα ονόματα αυτά είναι ελληνικής ή άγνωστης, μη σλαβικής πάντως, προελεύσεως (Στρυμονίται, Ρήχιοι, Σαγουδάτοι) ή συνδέονται με λέξεις που αναφέρονται στο φυσικό περιβάλλον (Εζερίται απ’ το ezero λίμνη), και σε φαινόμενα κοινωνικά (Δρογουβίται απ’ το drugavati), ή τέλος είναι αμφισβητούμενης ετυμολογίας και καταγωγής.
Λόγω της έλλειψης συγκεκριμένων ιστορικών τεκμηρίων ή αρχαιολογικών ευρημάτων, μόνο η φωνητική και μορφολογική έρευνα των τοπωνυμίων που διασώθηκαν, είναι δυνατόν να συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων. Σύμφωνα μ’ αυτή, οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές περιοχές υπάγονται στη νότια ομάδα που περιλαμβάνει τους Σλοβένους, τους Κροάτες, τους Σέρβους και τους εκσλαβισθέντες γλωσσικά Βουλγάρους. Σε αντίθεση με την παλιότερη θεωρία του Kopitar, που δεχόταν ότι οι πρώιμοι Σλάβοι που κατέβηκαν προς τον Δούναβη αποτελούσαν αρχικά ενιαία φυλετικά ομάδα που διασπάστηκε εκ των υστέρων, η νεότερη φιλολογική σχολή υποστηρίζει ότι τα σλαβικά αυτά φύλα έφεραν εξ αρχής τα στοιχεία της διαφοροποίησης. Έτσι, πολύ νωρίς, στην οικογένεια των Νοτίων Σλάβων διαμορφώθηκαν τρεις κλάδοι που τους χαρακτήριζε γλωσσική ιδιορρυθμία: οι Σλοβένοι, οι ΣερβοΚροάτες και οι Σλάβοι του Αίμου, που είναι γνωστοί με το άσχετο προς τη Σλαβική οικογένεια όνομα των Βουλγάρων.
Ο έβδομος βυζαντινός αιώνας υπήρξε αιώνας μεγάλων αλλαγών, μεταρρυθμίσεων και αγώνων. Πανίσχυρες αυτοκρατορίες εξαφανίζονται (Περσία) ή παύουν ν’ απειλούν το Βυζάντιο (Αβαρική Αυτοκρατορία). Όμως νέοι κίνδυνοι εμφανίζονται. Νέες εθνότητες, νέοι λαοί (Σλάβοι) απειλούν τώρα το Βυζάντιο. Κατορθώνοντας την αφομοίωση και τον εκβυζαντινισμό τους, το Βυζάντιο ανανεώνεται σημαντικά και βγαίνει μέσα απ’ τις προσπάθειές του ενδυναμωμένο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Σλάβοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανανέωση του βυζαντινού κράτους, κατά τον έβδομο αιώνα. Η συμβολή τους όμως δεν συνίσταται στην ειρηνική τους διείσδυση και στην εισαγωγή εκ μέρους τους μιας δήθεν ειδικής σλαβικής κοινοτικής οργανώσεως στο Βυζάντιο, όπως πολλές φορές υποστηρίχθηκε με βάση μια σειρά από λαθεμένα συμπεράσματα, αλλά στην ανανέωση της αποδυναμωμένης αυτοκρατορίας με νέες δυνάμεις, αφού οι έποικοι «στρατιώτες» και οι ανεξάρτητοι γεωργοί των βυζαντινών θεμάτων περιλαμβάνουν τώρα και Σλάβους. Ο Lemerle τονίζει τη σημασία της δημογραφικής ζυμώσεως (bouleversement demographique), η οποία άρχισε στο Βυζάντιο τον 7ο αι. με την εμφάνιση των Σλάβων. Κι αυτή η δημογραφική ζύμωση και στη συνέχεια η πλήρης ένταξη των Σλάβων της Ελλάδας στο διοικητικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποδεικνύουν, με τον καλύτερο τρόπο, τον δυναμισμό της λειτουργίας της, αλλά και της πολιτιστική της ανωτερότητα.
Για τη νεότερη ιστορική έρευνα και επιστήμη, η οποία προ πολλού υπερέβη τα όρια της στενής ερμηνείας των κειμένων με τη βοήθεια άλλων επιστημών(στην προκειμένη περίπτωση, της Εθνολογίας και της Ανθρωπολογίας), το «Σλαβικό ζήτημα» δεν υφίσταται πλέον. Η Ελλάδα υπέστη επανειλημμένα επιδρομές και δηώσεις από επήλυδες λαούς, γι’ αυτό είναι βέβαιο ότι λείψανά τους (στην προκειμένη περίπτωση γλωσσικά και κυρίως λεξιλογικά) συνεχίζουν να υπάρχουν, καθώς και, λόγω της επιμιξίας, ελαφρές κρανιολογικές αλλοιώσεις. Όμως η εθνική υπόσταση των λαών δεν έγκειται στις κρανιολογικές μετρήσεις αλλά στην ενότητα της συνειδήσεως. Άλλωστε, ο βαθμός της αγνότητας μιας ανθρώπινης φυλής είναι, κατά πρώτιστο λόγο, απόρροια της γεωγραφικής της απομόνωσης, γεγονός το οποίο δεν προσιδιάζει στην πολυκύμαντη ελληνική ιστορία. Η βαθμιαία μετατροπή των ανθρωπολογικών φυλών σε εθνικές ομάδες, δηλαδή σε λαούς και έθνη, σημαίνει ότι η φυσική ενότητα της ανθρωπότητας, εάν ποτέ υπήρξε, αντικαθίσταται απ’ την ψυχική και πνευματική ενότητα μεταξύ των λαών.
Στους ψυχικούς και πνευματικούς αυτούς παράγοντες στήριξε και το Βυζάντιο την εκπολιτιστική του δράση και την αφομοιωτική του δραστηριότητα έναντι των Σλάβων. Με την κοινή παιδεία και την κοινή πίστη παρασκεύασε τα πλαίσια για την επιρροή του, για την ακτινοβολία του ελληνικού του πολιτισμού.
«Μεταξύ δυο ηπείρων», λέει ο A.Rambaud, «η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται σαν ζωντανός βλαστός ανάμεσα σε δυο κοτυληδόνες: αφομοιώνει, κατεργάζεται και μεταπλάσσει τα ετερόκλητα στοιχεία των επαρχιών της Ασίας και της Ευρώπης. Στους κόλπους της προσφεύγουν τυχοδιώκτες και από τη Δύση και απ’ Ανατολή. Σε μικρό χρονικό διάστημα τους μεταβάλλει σε Έλληνες: Λησμονούν τα βάρβαρα ιδιώματά τους και αποδέχονται τη γλώσσα του Βυζαντίου, οι ειδωλολατρικές τους προλήψεις υποχωρούν μπροστά στην Ορθοδοξία του. Το βυζάντιο τους δέχεται άξεστους, βάρβαρους και τους αποδίδει στους δρόμους της τεράστιας αυτοκρατορίας του, εγγράμματους, σοφούς, θεολόγους, ικανούς διοικητές και εύστροφους κρατικούς λειτουργούς».
Σύμφωνα μ’ αυτό το πνεύμα, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα λύνει το «Σλαβικό ζήτημα», βάσει της αφομοίωσης και του Εκβυζαντινισμού των Σλάβων της Ελλάδας, συγκαταριθμώντας το γεγονός αυτό στα επιτεύγματα του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.
2) N.Jorga, Epoque et caractθre de l’ etablissement des Slaves dans la Pιninsule des Balkans, Revue Historique du Sud-Est europιen, τ. 7(1930), σελ.17.
3) Προκόπιος, Ανέκδοτα, έκδ. Βόννης, Γ΄,σ. 108.
4) Μένανδρος ο Προτήκτωρ, Historici Graeci Minores II, σελ. 98,99.
5) Tafrali, Thessalonique des origines au XIV siθcle, σελ. 98-99.
6) Schonfelder, Joannes von Ephesus, Kirchengeschichte, μτφρ. I.Schonfelder, Munchen 1862.
7) Payne Smith, Oxford, 1860.
8) W.J.von Douven και J.P.N.Land (Joannis Episcopi Ephesi Commentarii de beatis Orientatibus, Amsterdam 1889).
9) Charanis, Studies on the Demography of the Byzantine Empire, London 1972.
10) A.Bon, Le Pιloponnθse byzantin jusqu’ en 1204, Paris 1951.
11) Θεοφάνης (έκδ. de Boor) 347,6, 348. 18.
12) Μichael Graebler, The Slavs in Byzantine Population Transfers of the Seventh and Eighth centuries. Etudes Balkaniques 11 (1975) 45,50.
13) Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Μακεδονία, 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 257.
14) G.Ostrogorsky, Ιστορία (ελλην. μτφρ.)τ. 1ος σ. 262.
15) Μάρθα Γρηγορίου-Ιωαννίδου, Η εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄ κατά των Βουλγάρων και Σλάβων.
16) A.A.Vasiliev, An Edict of Justinian II. September 688, Speculum 18 (1943).
17) Henri Grιgoire, Un ιdit de l’empereur Justinien II, date de Septembre 688, Byzantion 12 (1944-1945) 119-124α.
18) Στ.Κυριακίδου, Τρεις διαλέξεις (Α: Ιστορική τοιχογραφία της Εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου), Θεσ/νίκη 1953, 9-11 (Μακεδονική Λαϊκή Βιβλιοθήκη,13. Δημοσιεύματα της εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών).
19) A.A.Vasiliev, L’ entrιe triomphale de l’ empereur Justinien II a Thessalonique en 688, Orientalia Christiana Periodica XIII, nr, I-II, Roma 1947, 355-368 (Απόσπασμα απ’ τα Miscellanea Guiliaume de Jerphanion I).
20) P.Charanis, The Slavic Element in Byzantine Asia Minor, Byzantion 18 (1948) 70.
21) Πορφυρογέν., Περί Θεμάτων (έκδ. Α.Pertusi, Studi e testi, αρ. 160, Citta del Vaticano 1952), σ. 88-89.
22) Ahrweiler H., Μακεδονία 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 274.
23) Στ. Κυριακίδου, Βυζαντιναί Μελέται II-V, 392 και 394/5.
24) F.Dvornik, La vie de Saint Grιgoire le Decapolite et les Slaves macιdoniens au IXe siθcle, Paris 1926, 36, 62, 63.
25) E.W.Brooks, Arabic Lists of the Byzantine Themes, Journall of Hellenic studies 21 (1901) 66-67.
26) Johannes Irmscher, Die Begrόndung des Themas Thrake, Studia Balkanica, 10, Sofia 1975, 101-103.
27) J.B.Bury, Imperial Administrative System in the Ninth Century, London 1911, 41 κ.ε. (The British Academy Supplemental Papers, I).
28) Κ.Αμάντου, Βολερόν, Ελληνικά 2 (1929) 124-126.- του ίδιου, Βόλος-Βολερόν, Ελληνικά 7 (1934) 267-270. Η λέξη σημαίνει ιχθυώδη τόπο.
29) Ιωάν. Καμενιάτης, (έκδ. Βόννης) 499.
30) V.Tapkova-Zaimova, Sur les rapports entre la population indigθne des rιgions Balkaniques et les “barbares” au VIe-VIIe siθcle, Byzantinobulgarica I (1962), σ.117 και υποσημ. 26.
31) Migne, Patrologia Graeca, τ. 107, στ. 909.
32) Fr.Miklosich, Die Slavischen Elemente im Neugriechischen, Sitzungs berichte der Phil-hist. Classe der Kais. Akademie der Wissenschaften, Βιέννη, 1870, σ. 534-535.
33) Portius S., Grammatica linguae grecae vulgaris, έκδ. W.Meyer, Paris 1889, σ. 185.
34) D.Hesseling, Essai historique sur l’infinitif grec, εν J.Psicharis, ιtudes de Philologie nιo-grecque, Paris 1892, σ. 1-44.
35) G.Weigand, Die Wiedergabe der slavischen Laute in der Ortsnamen des Peloponnes, Balkan-Archiv, τ.4(1928) σ.1 κ.ε.
36) Lampsides, Georges Chrysococcis, le Mιdecin et son oeuvre, Byzantinische Zeitschrift, τ.38 (1938), σ. 320-322.
37) Chr.Gerard, Les Bulgares de la Volga et les Slaves du Danube, Παρίσι 1939, σελ. 91.
38) H.Berr, En marge de l’ Histoire Universelle, Paris 1934, σ. 95-96.
39) Φ.Μαλιγκούδης, Οι Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα ό.π., σ. 101.
40) Αμάντου Κωνσταντίνου, Μακεδονικά. Συμβολή εις την μεσαιωνικήν ιστορίαν και εθνολογίαν της Μακεδονίας, Αθήναι 1920.
41) Αμάντου Κων., Σκλάβοι, Σκλαβησιάνοι και βάρβαροι.
42) Διομήδη Αλεξάνδρου Ν., Βυζαντιναί Μελέται Β΄. Αι Σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα και η πολιτική του Βυζαντίου, Αθήναι 1946.
43) Ζακυθηνού Διονυσίου Α., Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήναι 1945.
44) Θεοχαρίδου Γ. Ι., Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους (285-1354), Μακεδ.Βιβλιοθήκη 55, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσ/νίκη 1980.
45) Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Συμβολή εις την χρονολόγησιν των Αβαρικών και σλαβικών επιδρομών επί Μαυρικίου (582-602), εν Αθήναις 1970 (Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρον Βυζαντινών Ερευνών. Σύμμεικτα, τόμ.Β΄).
46) Χρυσανθοπούλου Επαμεινώνδα, Τα βιβλία θαυμάτων του Αγ.Δημητρίου, το Χρονικό της Μονεμβασιάς και αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα. Ιστορική μονογραφία, Αθήναι 1958 (ανάτυπον ΚΔ΄-ΚΗ΄, 1953-1957).
47) Στράτος Α.Ν., Το Βυζάντιον στον Ζ΄αιώνα, τ.Α΄602-626, Β΄626-634, Γ΄634-641, Αθήνα 1965, 1966, 1969.
48) Charanis Peter, On the question of the Slavonic Settlements in Greece during the Middle Ages, Byzantinoslavica 10,1, Prague 1949, 254-258.
49) Charanis P., On the Slavic Settlement in the Peloponnesus, BZ 46 (1953) 91-103.
50) Charanis P., Ethnic Changes in the Byzantine Empire in the seventh Century, DOP 13 (1959) 25-44.
51) Charanis P., Observations on the History of Greece during the Early Middle Ages, Balkan Studies 11,1 (1970) 1-34.
52) Charanis P., Kouver, the Chronologie of his Activities and their Ethnic Effects on the regions around Thessalonica, Balkan Studies 11, (1970) 229-247.
53) Dvornik F., The Slavs, their Early History and Civilisation, Boston 1956 (American Academy of Arts and Sciences).
54) Lemerle P., La composition et la chronologie des deux premiers livres des Miracula S. Demetrii, BZ 46 (1953) 349-361.
55) Lemerle P., Saint-Demetrius de Thessalonique et les problθmes du martyrion et du transept, BCH 77 (1953) 660-694.
56) Lemerle P., Invasions et migrations dans les Balkans depuis la fin de l’ιpoque romaine jusqu’ au VIIIe siθcle, Revue Historique 211 (1954) 265-308 (Presse Universitaires de France).
57) Lemerle P., Esquisse pour une histoire agraire de Byzance : Les sources et les problθmes, Revue Historique 2/9 (1958), τευχ. Ιαν.-Μαρτίου, 32-74, Απριλ.-Ιούν., 254-284, Ιούλ.- Σεπτ. 43-94.
58) Lemerle P., La chronique improprement dite de Monemvasie: Le contexte historique et lιgendaire, Revue des Etudes Byzantines 21 (1963) 5-49.
59) Niederle Lubor., Manuel de l’antiquitι Slave, I-II, Paris 1923-1926.
60) Ostrogorsky Georg., The Byzantine Empire in the World of the seventh Century, D.O.P. 13 (1959) 3-21.
61) Rambaud A., L’empire grec au Xe siθcle. Constantin Porhyrogenete. Paris 1870.
62) Vasmer Max., Die Slawen in Griechenland, Abh.der Preus. Akad.der Wissenschaften, Phil-Hist, Klasse, 12, Berlin 1941.
Κώστα Ρωμαίου Ανάμεσα στην Ελληνική Μακεδονία —δηλαδή τη μόνη Μακεδονία— και τη Νότια Γιουγκοσλαβία συμβαίνουν κάθε τόσο μερικά περίεργα πράγματα, που αφορούν κυρίως την άμεση σχέση μερικών πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων.
Α’ Θα αναφέρω ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Ο παριστάμενος σήμερα εδώ στο Συνέδριο μουσικολόγος Παντελής Καβακόπουλος που κατά το παρελθόν έχει συγκεντρώσει αυτοπροσώπως εκατοντάδες μελωδιών και δημοτικών τραγουδιών από πολλούς ελληνικούς τόπους, με είχε πληροφορήσει κατά το 1961, έπειτα από επιτόπια έρευνά του στην περιοχή της Φλώρινας, για τα ακόλουθα: Ότι σε Έλληνες της Μακεδονίας, που επέστρεφαν τότε από τα Σκόπια προς τη Φλώρινα, πριν περάσουν τα σύνορα τους έδιναν ως δήθεν δώρο κάποιες φωτογραφίες που συγχρόνως ήσαν και πλαστικοί μουσικοί δίσκοι, με οργανικές μελωδίες οι οποίες ήσαν γνωστές και στην ελληνική Μακεδονία. ‘Όπως θα εξηγήσει στη συνέχεια και ο ίδιος ο κ. Καβακόπουλος, οι οργανικές εκείνες και άλλες μελωδίες είναι αποκλειστικά ελληνικές ως προς την καταγωγή των αρχαίων προσωδιακών μέτρων που χρησιμοποιούν. Οι μουσικές αυτές κλίμακες έχουν διαδοθεί και επιβληθεί σε ορισμένες βαλκανικές Χώρες ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους. Αυτό όμως το άγνωστο συμπέρασμα της καταγωγής των μελωδιών δεν εμπόδιζε τους «ειδικούς» των Σκοπίων να τις θεωρούν ως αποκλειστικά δικές τους, οι οποίες ήσαν δήθεν και στην Ελληνική Μακεδονία. Φυσικά συμβαίνει το αντίστροφο, από το Βυζάντιο δηλαδή και τη βυζαντινή και νεώτερη Μακεδονία οι μουσικοί εκείνοι ρυθμοί και τα αρχαία μέτρα επήγαν και στην περιοχή των Σκοπίων. Από τον κ. Π. Καβακόπουλο όμως έμαθα τότε και κάτι άλλο, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό: ‘Ότι μέσα στα τραγούδια και τις οργανικές μελωδίες που χρησιμοποιούσαν και αναμετέδιδαν τα Σκόπια, ήταν και η οργανική μελωδία που συνοδεύει το τραγούδι «Στη’ κεντημένη σου ποδιά, μωρ’ βλάχα, / μωρ’ βλάχα, βλαχοπούλα, / μικρή •τσελιγκοπούλα». Το τραγούδι τούτο στην Ελλάδα χορεύεται με συρτό χορό, ο οποίος —ειδικά σ’ αυτό το τραγούδι— κυριαρχείται από μιαν ιδιαίτερη ευθυμία και αισιοδοξία. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, πρόκειται για ένα τραγούδι πασίγνωστο σ’ όλο τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας μας έως το Ταίναρο. Πρόκειται δηλαδή για ένα τραγούδι αποκλειστικά ελληνικό. Γνωρίζω πολύ καλά ότι σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο οι κάτοικοι το τραγούδι αυτό το τραγουδούσαν και το χόρευαν πολύ συχνά, τουλάχιστον από τον περασμένο αιώνα. Ιδίως στην Αρκαδία —και για την Πελοπόννησο οι ορεσίβιοι Αρκάδες βοσκοί στα χειμαδιά τους ήδη προ του 1821 απεκαλούντο ως οι κατ’ εξοχήν «βλάχοι»— το τραγούδι τούτο ήταν και εξακολουθεί να είναι από τα πιο δημοφιλή. Οι των Σκοπίων όμως, επειδή το τραγούδι αυτό χορευόταν πολύ συχνά στην Ελληνική Μακεδονία, και επίσης επειδή η μελωδία του είναι ιδιαίτερα ευχάριστη, αποφάσισαν να το ιδιοποιηθούν. Στην αρχή περιορίσθηκαν μόνο στο οργανικό μέλος. Πιθανότατα είχαν διαπιστώσει ότι, εάν μεταφράσουν και τα λόγια του τραγουδιού, τότε θα παρουσιάζονταν ορισμένες δυσκολίες. Ποιους βλάχους εννοούν; Τους ‘Έλληνες βοσκούς γενικά πάνω σε όλα τα ελληνικά βουνά έως και τον Ταΰγετο; Επήραν λοιπόν μόνο την οργανική μελωδία, επειδή η ίδια κυκλοφορούσε και στην Ελληνική Μακεδονία, άφησαν όμως για κάποτε άλλοτε τους προβληματικούς ελληνικούς στίχους με το σημασιολογικό περιεχόμενο του τραγουδιού. Ίσως, κάποτε αργότερα, θα μπορούσε να προκύψει κάποιο ικανοποιητικό έμμετρο κείμενο και στη νέα γλώσσα των Σκοπίων, που θα μπορούσε να προσαρμοσθεί στη μελωδία. Αυτό το ανωτέρω γεγονός, που είναι απόλυτα εξακριβωμένο ότι έχει συμβεί, —και έχει συμβεί παρόμοιο και με αρκετά άλλα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, όπως ο κ. Καβακόπουλος με εβεβαίωσε — μπορεί να μας αποβεί ιδιαίτερα χρήσιμο. Μας αποκαλύπτει τον τρόπο, με τον οποίο έχουν αποφασίσει να προχωρούν οι άνθρωποι των Σκοπίων, επιδιώκοντας να θεμελιώσουν ιστορικά και πολιτιστικά κάποια παράδοση στον τόπο τους και να σχηματίσουν αντίστοιχα τα χαρακτηριστικά της νέας τους ταυτότητας που ιδίως από το 1945 επιζητούν να την καθιερώσουν. Στην Αθήνα, πριν εικοσιπέντε περίπου χρόνια μαθαίναμε ότι στα Σκόπια, στα επιστημονικά τους γραφεία τα αντίστοιχα με τα δικά μας ερευνητικά Κέντρα της Ακαδημίας Αθηνών, εργάζονταν ή γενικά υπηρετούσαν τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από εμάς. Μαζί με την έκπληξή μας για τον θρίαμβο των αριθμών των απασχολουμένων ανθρώπων, απορούσαμε και ως προς το ποία θέματα ήταν δυνατόν να υπάρχουν, που να χρειάζονται να απασχολούν τόσους πολλούς. Εκ των υστέρων όμως εξηγούνται πολλά από όσα γίνονταν και γίνονται. ‘Έπρεπε όλοι εκείνοι και άλλοι ακόμη «να καθαρίσουν» το παλαιό, φτωχό και ανάμεικτο γλωσσικό ιδίωμα. που ο λαός μιλούσε, και να το μεταμορφώσουν σε μια τεχνητή γλώσσα με νέες προοπτικές και δυνατότητες. Φυσικά, έπρεπε επίσης να δημιουργήσουν αντίστοιχα όλο και κάποιες ικανοποιητικές ρίζες και νέες μορφές, ως προς τη λαογραφική ταυτότητα της νέας εθνότητας. Βασικά όμως φαίνεται ότι συμπεριφέρθηκαν όπως συμπεριεφέρθη και το γνωστό ζώο του μύθου, που στολίστηκε με τα ξένα φανταχτερά φτερά και πήγε —καμαρωτό και υπερήφανο— στη γενική σύναξη πουλιών και λοιπών ζώων. Τα άλλα όμως πουλιά αναγνώρισαν τη μεταμόρφωση και καθένα με το ράμφος του αφαιρούσε το δικό του φτερό, ώσπου τελικά ολοκληρώθηκε η αναπόφευκτη απογύμνωση και η γελοιοποίηση του μεταμφιεσμένου. Κάτι ανάλογο θα πρέπει, αργά ή γρήγορα, να επιχειρηθεί από τους γειτονικούς λαούς και για τα Σκόπια. Διότι, εάν δεν σταματήσει εγκαίρως αυτός ο κατήφορος της συστηματικής πλαστογραφίας —και φυσικά θα σταματήσει μόνο με τη δική μας αποφασιστική παρέμβαση—, τότε ίσως ιδούμε στο γρήγορο μέλλον να συμβαίνουν τα πλέον απροσδόκητα περιστατικά. Ακολουθώντας δηλαδή την ίδια τακτική, είναι ενδεχόμενο οι των Σκοπίων να αρχίσουν να χρησιμοποιούν π.χ. μερικές πανελλήνιες —γνωστές και στη Μακεδονία— αργές αλλά και υποβλητικές οργανικές μελωδίες, που παλαιότερα. συνόδευαν διακριτικά με τη λύρα τα Ακριτικά μας τραγούδια. Σε ένα πρώτο χρονικό στάδιο θα αρκεσθούν μονάχα στο να αναμεταδίδουν αυτή την οργανική μελωδία. Να την μεταδίδουν όμως συχνά, πολύ συχνά, ώστε και η νέα αυτή ελληνική μελωδία να τους γίνει συλλογικό ακουστικό βίωμα. Και κάποτε αργότερα θα επινοήσουν μια δική τους έμμετρη διασκευή, στο δικό τους γλωσσικό ιδίωμα, που Θα αφηγείται ίσως κάποιο ηρωϊκό κατόρθωμα ενός γενναίου και τολμηρού «Μακεδόνα» (με εισαγωγικά), που θα ξεκινάει από τα υψίπεδα της Πριστίνας για να ελευθερώσει δήθεν τη Θεσσαλονίκη! Με την ίδια μάλιστα τακτική τους, οι ειδικοί των Σκοπίων θα υποστηρίζουν νέα και περίεργα πράγματα: ‘Ότι δηλαδή θα αποδεικνύεται ότι πριν από 700 περίπου χρόνια η τωρινή Γιουγκοσλαβική Μακεδονία είχε τον δικό της ηρωϊκό ποιητικό κύκλο —τον ανύπαρκτο φυσικά—, που όμως δεν θα έρχεται από την απομακρυσμένη Καππαδοκία όπως οι ‘Έλληνες υποστηρίζουν για τον δικό τους Διγενή, αλλ’ ότι είναι ένας κύκλος βαλκανικός, γηγενής και γνήσιος, που θα φανερώνει τις βαθειές χρονικές ρίζες της νέας τεχνητής Εθνότητας! Τόσο αυτό —οσοδήποτε παράδοξο και απίστευτο και αν φαίνεται— όσο και άλλα, είναι ενδεχόμενο να πραγματοποιούνται, και αυτό για τους εξής δύο λόγους: Πρώτον, επειδή η λαογραφία της Ελληνικής Μακεδονίας είναι πλουσιώτατη, πολύμορφη και με βαθειές τις ρίζες μέσα στις χιλιετίες της. Και δεύτερον, η έτοιμη αυτή και πλούσια ελληνική παράδοση είναι η πιο κατάλληλη για μιαν εύκολη λεηλασία και πλαστογράφηση, που άλλωστε θα γίνεται από έναν δήθεν συγγενή, δηλαδή από μιαν άλλη «δήθεν Μακεδονία». ‘Όλα λοιπόν μπορούν να γίνουν, αρκεί να εφαρμοσθεί προσεκτικά αυτό που ήδη έχει γίνει. Αρκεί δηλαδή να εφαρμοσθεί η επικρατούσα Μεθοδολογία, η οποία στην αρχή παρουσιάζει μόνο την ξένη οργανική μελωδία —την κλεμμένη μελωδία— και πολύ αργότερα θα παρουσιάζει —ετεροχρονισμένο σκόπιμα— και το νέο γλωσσικό Κείμενο που θα επινοείται για να συνοδεύει τη μελωδία.
‘Όλα αυτά και άλλα μπορούν να γίνουν, και θα γίνουν. Και φυσικά, θα καθιερωθούν ως η νέα τεχνητή «παράδοση». θα ερωτήσετε όμως: «Και πώς θα αντιδράσουμε;». Το πράγμα είναι απλούστατο. Αρκεί να επαγρυπνούμε και να πληροφορούμεθα, τι ακριβώς γίνεται κάθε τόσο, στη σύναξη των πουλιών και των ζώων. Αρκεί δηλαδή να αφαιρούμε κάθε τόσο τα κλεμμένα χρωματιστά φτερά της Ελληνικής Μακεδονίας, της μίας και μόνης Μακεδονίας, που ανταποκρίνεται στο γνωστό πλαίσιο της αντίστοιχης ένδοξης ιστορίας της. Αλλιώς και αν δεν προχωρήσουμε προς αυτό τον νέο δρόμο που σήμερα υποδεικνύω, δεν αποκλείεται οι γείτονές μας —διαρκώς αποθρασυνόμενοι— να επινοήσουν ακόμη και κάποιες ολόχρυσες απομιμήσεις της χρυσής λάρνακας από τον τάφο του Φιλίππου στη Βεργίνα, να τις παραχώσουν για λίγα χρόνια σε κάποιο ανάλογο δήθεν ταφικό υπόγειο κτίσμα κοντά στα Σκόπια, και στη συνέχεια «να τις ανασκάψουν». Και τότε, ω του θαύματος, τα νέα ευρήματα θα κάμουν ένδοξη και τη γη της «Μακεδονίγια» των Σκοπίων. Στο εξής —θα υποστηρίζουν— η Βεργίνα και το ιερό Δίον δεν θα είναι τα μοναδικά. Απλώς θα είναι κάτι παρόμοια.
Β’ ‘Έρχομαι στο Δεύτερο μέρος της ανακοινώσεώς μου. Η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, κατά το μέγιστο τμήμα της, στο οποίο ανήκει και η πρωτεύουσά της, τα Σκόπια, δεν υπήρξε ποτέ οργανικό μέρος της ‘Άνω Μακεδονίας. ‘Ίσως πρόκειται για μοναδικό παράδειγμα, όπου η Πρωτεύουσα βρίσκεται έξω από μια περιοχή που με το ξένο όνομά της δηλώνεται. Ουσιαστικά πρόκειται για μια περιοχή, γνωστή κατά τους αρχαίους χρόνους με το όνομα Δαρδανία, όπως άλλωστε όλα αυτά είναι γνωστά από τους ειδικούς ιστορικούς. Οι κάτοικοι της Δαρδανίας, μέλη της φυλής τωνΔαρδανίων, ήταν γνωστό ότι ήσαν φανατικοί εχθροί των αρχαίων Μακεδόνων. Εναντίον εκείνων των Δαρδανίων πολέμησε κατ’ επανάληψη ο Φίλιππος. Εξ άλλου κατά τους Βυζαντινούς χρόνους και μετά τη νίκη του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου η περιοχή της Μακεδονίας των Σκοπίων κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιήλθε στους Βυζαντινούς. Τότε ιδρύθησαν στην Αχρίδα —κατά το πρότυπο στη λίμνη της Καστοριάς— τα βυζαντινά μοναστήρια του Αγίου Κλήμεντος και του Οσίου Ναούμ, όπου ακόμη και σήμερα ο επισκέπτης θαυμάζει τις τοιχογραφίες των Αγίων, πλαισιωμένες με ονόματα και λοιπές επιγραφές, όλα στην ελληνική γλώσσα, στη γλώσσα των δημιουργών τους. Τότε περίπου και οι τιμαριούχοι ‘Έλληνες άρχοντες της όλης εκείνης περιοχής, γύρω στην Αχρίδα και ευρύτερα, μετέφεραν εκεί ικανόν αριθμό Βουλγάρων αιχμαλώτων και τους εγκατέστησαν σε αγροκτήματα. Οι δούλοι εκείνοι υπήρξαν η αρχική —και η βασική— αιτία και ο πυρήνας, για να διαμορφωθεί τελικά, πλουτισμένο και με πολλές ελληνικές, αλλά και σερβικές, αλβανικές, ακόμη και τουρκικές λέξεις, το νεώτερο —βασικά ελληνοβουλγαρικό— γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής. Επειδή όμως επρόκειτο για ένα γλωσσικό όργανο απλό στη γραμματική του και συνεπώς εύκολο, το έμαθαν λίγο-πολύ και άλλοι γειτονικοί κάτοικοι. Κατά βάθος επρόκειτο για ένα γλωσσικό μωσαϊκό, αντίστοιχο του εθνολογικού μωσαϊκού της σημερινής «Εθνότητας». Τα τελευταία όμως σαράντα χρόνια οι επιστήμονες των Σκοπίων, έχοντας επίμονο πρόγραμμα να αποφεύγουν την οποιαδήποτε εκ των υστέρων βουλγαρική ή ελληνική γλωσσική παρουσία και κριτική, ως προς τον τρόπο της δημιουργίας της τεχνητής εθνικής ταυτότητας που ήθελαν να σχηματίσουν, έχουν προχωρήσει στην αναθεώρηση του παλαιότερου —και ανάμεικτου— γλωσσικού τους ιδιώματος. Δημιούργησαν έτσι μια νέα μορφή τεχνητής γλώσσας, περίπου μια δική τους «καθαρεύουσα», καθαίροντας σκόπιμα το παλαιό ιδίωμα που μιλούσαν. Δεν δημιουργούσαν αρχαϊκούς γλωσσικούς τύπους, αλλά κατά κανόνα τύπους και νέα συνώνυμα και λοιπά από τη Σερβική ιδίως γλώσσα ώστε να αντικατασταθούν έτσι οι πολύ συχνότεροι παλαιοί βουλγαρικοί και ελληνικοί τύποι πολλών λέξεων. Προηγουμένως, κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, οι Σέρβοι —σύμμαχοι των Ελλήνων— απελευθέρωσαν από τον τουρκικό ζυγό την περιοχή. Οι κάτοικοι όμως αισθάνθηκαν ουσιαστικά ελεύθεροι Κυρίως από το 1945 και εξής, καθώς τότε —μέσα στην ομοσπονδιακή μορφή των λαών της Γιουγκοσλαβίας— απέκτησαν την πλήρη αυτονομία τους. ‘Όπως όμως συμβαίνει και σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις οι άνθρωποί, που ξαφνικά αποκτούν πλήρη ελευθερία αποφάσεων, δεν διανύουν στο εξής μόνο μιαν ενθουσιώδη εφηβική φάση πολιτικής ζωής, αλλά πολύ συχνά φτάνουν και στην αλόγιστη υπερβολή. Στην περίπτωσή μας θα ανέμενε κανείς, οι νεόκοποι «ελεύθεροι» των Σκοπίων να αισθάνονταν και να εκδηλώνουν κάποιον μόνιμο σεβασμό, αν όχι και ευγνωμοσύνη, τόσο για τους Σέρβους οι οποίοι τους απελευθέρωσαν, όσα και για τους ‘Έλληνες οι οποίοι επί μακρούς αιώνες πλούτισαν τον τόπο τούς με αξιόλογη ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Σχετικά με το τελευταίο, ακαταμάχητη απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι όσα σπουδαία δείγματα πολιτισμού του παρελθόντος έχουν οι των Σκοπίων σήμερα στη χώρα τους και τα επιδεικνύουν με δικαιολογημένη υπερηφάνεια (όπως βυζαντινά μνημεία, βυζαντινή τέχνη, βορειοελλαδικό οικοδομικό ρυθμό κλπ.), όλα είναι δημιουργήματα ελληνικά, άμεσα και έμμεσα. Και όμως, αντί για κάποια συγκρατημένη ευγνωμοσύνη, ή έστω αναγνώριση, οι κάτοικοι της περιοχής των Σκοπίων κυριαρχούνται επί πέντε περίπου δεκαετίες από μια συστηματική και αρπακτική νοοτροπία και εχθρότητα, η οποία μάλιστα παρουσιάζεται ιδιαίτερα επιθετική. Επειδή δεν αισθάνονται να συμμετέχουν στον ηρωϊσμό και την ιστορία των γειτόνων τους Μαυροβουνίων και Σέρβων, πιθανότατα βρίσκονται κάτω από το εξής ψυχολογικό σύμπλεγμα: Υφίστανται ισχυρές υποσυνείδητες επιδράσεις, κάτω από τις οποίες ως σύνδρομο υπόκειται ένα μακροχρόνιο λανθάνον ομαδικό αίσθημα που συχνά είναι επιγέννημα παλαιότερης και μακροχρόνιας ομαδικής ταπείνωσης. Οι κάτοικοι δηλαδή της περιοχής υπήρξαν επί μαρκούς αιώνες περίπου απόγονοι αιχμαλώτων και δούλων. Στη συνέχεια παρέμεναν κατά βάθος ως αδιάφοροι και ασήμαντοι. Παρέμεναν ψυχολογικά αδιάφοροι σκλάβοι, χωρίς να μετέχουν ενεργά στις συγκρούσεις των άλλων ισχυρών λαών της περιοχής. Αυτό μάλιστα συνέβαινε ακόμη και όταν η σύγκρουση γινόταν μέσα στην ίδια την περιοχή που την κατοικούσαν. Και ξαφνικά, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο μεταβατικό στάδιο, οι άνθρωποι αυτοί έγιναν τελείως ελεύθεροι. Φυσιολογικό επακόλουθο ήταν να κυριαρχηθούν, όχι μόνο από τον δίκαιο ενθουσιασμό, αλλά και από την υπερβολή, ακόμη και από την εκδίκηση. Στη συνέχεια νέο τους ιδανικό διαμορφώνεται τώρα, το τι θα πάρουν από τους γείτονές τους. Η αρπαγή, αυτή είναι που έχει εκπηγάσει μέσα από το συλλογικό τους υποσυνείδητο και έχει αναλάβει τον καινούργιο πρωταγωνιστικό ρόλο. Κανείς όμως άξιος πνευματικός άνθρωπος και κανείς λαός δεν θα δεχόταν ναι ιδιοποιείται τόσο φανερά την αναμφισβήτητη πολιτιστική κληρονομιά ενός γειτονικού του λαού και να ισχυρίζεται με περισσή αναίδεια ότι δήθεν είναι δική του. ‘Όσοι γνωρίσαμε ότι έχουν γίνει με το ελληνικό τραγούδι για την «Κεντημένη ποδιά της βλαχοπούλας», και για δεκάδες άλλων παραδοσιακών μελωδιών αποκλειστικά ελληνικής δημιουργίας, εξηγούνται τώρα από την ψυχολογία που αναλύσαμε. Μόνο μια παρόμοια ψυχολογία είναι ικανή να παραμερίζει εύκολα την ενοχή και να μεταβάλλει τους ανθρώπους σε αδίστακτους πλαστογράφους.
Γ’ Τι κάνουμε όμως εμείς, έναντι όλων αυτών; Βασικά, είμαστε εντελώς απληροφόρητοι! Ούτε και υποπτευόμαστε σήμερα, πόσες και ποίου μεγέθους πλαστογραφήσεις έχουν επιχειρήσει οι άνθρωποι των Σκοπίων, σε όλα α πέρατα της γης κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Ακούω κάθε τόσο ότι μας έρχονται συνεχώς παράπονα από τους ‘Έλληνες μετανάστες, που ζουν ιδίως πις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Αυστραλία, ακόμη και τη Δυική Γερμανία. Εμείς όμως τους έχομε εγκαταλείψει μόνους, χωρίς σχετική διαφώτιση και χωρίς κάποια γραπτά επιχειρήματα που να τα γνωρίζουν και να αμύνονται. Φυσικά δεν φτάνει να διακηρύσσουμε απλώς σε κάποιο επιστημονικό συνέδριο το αυταπόδεικτο γεγονός, ότι δηλαδή η Μακεδονία είναι απολύτως ελληνική από τα αρχαία χρόνια και ότι εδώ στη Μακεδονία όλα είναι ελληνικά, και οι αρχαίοι χώροι και τα θαυμαστά αρχαιολογικά ευρήματα, και οι αναρίθμητες ελληνικές επιγραφές, αυτοί «οι ελληνιστί φθεγγόμενοι λίθοι» όπως έχουν αποκληθεί. Χρειάζεται και κάτι άλλο ακόμη, κάτι που όμως είναι πολύ σπουδαίο. χρειάζεται, σ’ αυτό ειδικά το πρόβλημα, η άμεση και δραστήρια ανάμειξη τής Ελληνικής λαογραφίας. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, έρχομαι σ’ αυτό ειδικά το θέμα, που άλλωστε έχει διατυπωθεί και ως τίτλος της ανακοίνωσής μου: «Η Ελληνική λαογραφία αντίκρυ στο Μακεδονικό των Σκοπίων». Τι κάνει, λοιπόν, έως τώρα η Ελληνική λαογραφία; Απάντηση: Σχεδόν τίποτε! Και όμως μπορεί να κάμει πάρα πολλά. Αλλά δεν φταίει σ’ αυτό η επιστήμη της Λαογραφίας. Φταίνε οι αρμόδιοι —όλοι ανεξαιρέτως οι κυβερνητικοί αρμόδιοι από το 1945 έως και σήμερα—, επειδή έχουν αδιαφορήσει ως προς την ενημέρωσή μας γι’ αυτή την ειδική περίπτωση. Από τις τέσσερες επιστήμες που μπορούν και οφείλουν να ασκούν ενεργό ανάμειξη στο Μακεδονικό, οι δύο πρώτες, η Αρχαιολογία και η Ιστορία, ασφαλώς είναι οι πολυτιμότερες. Αυτές αποδεικνύουν την αρραγή και την αρχαιότατη Ελληνικότητα της Μακεδονίας. Τα επιχειρήματά τους είναι πολλά, και το σχετικό αποδεικτικό υλικό όχι μόνο είναι άφθονο αλλά και είναι πλουτισμένο με θαυμαστή ποικιλία και ποιότητα. Ουσιαστικά όμως και οι δύο αυτές επιστήμες περιορίζονται στο να αποδεικνύουν —φυσικά κατά τρόπο περίλαμπρο— την ελληνικότητα της δικής μας Μακεδονίας. Περιορίζονται δηλαδή σε μιαν αμυντική τακτική. Αποδεικνύουμε τι είμαστε εμείς. Και αφήνουμε εκείνους να παίρνουν όποιες άλλες προπαγανδιστικές πρωτοβουλίες επιθυμούν. Δηλαδή τους αφήνουμε να αλωνίζουν και να διαστρεβλώνουν την αλήθεια. Αντίθετα, η Ελληνική λαογραφία —μέσα στην οποία κατά μέγα μέρος υπάγεται ως ιδιαίτερος τομέας και η Γλώσσα—, εκτός από την άμυνα, έχει και άλλες και σπουδαίες δυνατότητες. Μπορεί δηλαδή να μην περιορίζεται μόνο στην άμυνα, αλλά και να ασκήσει καθαρά επιθετική τακτική. Μπορεί π.χ. να τους ειπεί, ορθά—κοφτά, και τα εξής: Προτού να σας αποδείξω εγώ την ελληνικότητα της Μακεδονίας που την αμφισβητείτε, ελάτε εσείς να μας αποδείξετε επιστημονικά, τι είδους Μακεδόνες επί τέλους είσαστε εσείς. Γιατί υπάρχουν τριών ειδών Μακεδόνες. Είσθε λοιπόν γνήσιοι, και γιατί; Μήπως είσθε νόθοι και το κρύβετε; ‘Η μήπως είσθε όχι μόνο νόθοι, αλλά μαζί και πλαστογράφοι, και τούτο επειδή θέλετε να διορθώσετε ληξιαρχικώς κάποιαν ύποπτη εγγραφή σας στο Μακεδονικό μητρώο; Πρώτα-πρώτα όμως οφείλουμε —κατά τη γνώμη μου— να απευθυνθούμε κυρίως προς τους μετριοπαθείς επιστήμονες και ερευνητές των Σκοπίων, γιατί δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν κάποιοι ή αρκετοί μετριοπαθείς, που πρέπει να αποδοκιμάζουν την προσπάθεια για σκόπιμη διαστρέβλωση της πασίγνωστης ιστορικής αλήθειας. Σ’ αυτούς απευθυνόμαστε και τους υποσχόμεθα αμέριστη συνεργασία και βοήθεια. Δικαιούνται και οφείλουν να αναζητούν τις βαθύτερες ρίζες του λαού τους. Και εμείς, μπορούμε να τους βοηθήσουμε αποτελεσματικά. Γιατί; Διότι εδώ στην Ελλάδα διαθέτουμε υπερεκατονταετή επιστημονική πείρα, και διότι στη χώρα μας η επιστήμη της λαογραφίας δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ σε προπαγανδιστικούς σκοπούς, αλλ’ ακολουθεί μια απόλυτα φιλελεύθερη παράδοση ως προς την αντικειμενική της έρευνα. Μπορούμε λοιπόν να τους βοηθήσουμε, σχετικά με το πώς θα αναζητήσουν σε βάθος κάποια σημεία επαφής και καταγωγής των εθίμων και των δοξασιών τους, είτε με τους αρχαίους Δαρδανίους που κατοικούσαν στην περιοχή των Σκοπίων, είτε και με τους αρχαίους Μακεδόνες. Η τελευταία περίπτωση μπορεί να έχει υπάρξει ιδίως στην περιοχή του γειτονικού μας Μοναστηρίου, της νυν Βιτόλια, όπου έχει αποκαλυφθεί από τις ανασκαφές η ελληνιστική πόλη Ηράκλεια, και όπου (περιοχή Μοναστηρίου) έως τελευταίοι έζησαν από παλαιά συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί. Αλλά στην έρευνα που ενδέχεται να επιχειρήσουμε από κοινού, θα περιορισθούμε —οπωσδήποτε-— μονάχα σε γραπτές λαογραφικές πηγές, που όμως θα είναι δημοσιευμένες προ του 1940. Γιατί όμως πριν από τότε; Διότι όλες οι άλλες μεταγενέστερες μαρτυρίες ενδέχεται να έχουν νοθευθεί σκόπιμα, οι δήθεν προφορικές μαρτυρίες, που μπορεί να είναι «κατασκευασμένες». Εάν λοιπόν σε μια τέτοια κοινή συνεργασία και προσπάθεια διαπιστώσουμε ενδεχομένως ότι προβάλλονται και επιδράσεις από τους αρχαίους Μακεδόνες, τότε θα χαρούμε πρώτοι εμείς. Και το μόνο που καθορίζουμε από τώρα, και θα ζητήσουμε στο τέλος ως αντάλλαγμα γι’ αυτή την επιστημονική βοήθεια, θα είναι η εκ μέρους των έκφραση ανάλογου σεβασμού και αντικειμενικής αποδοχής για τις όποιες ελληνικές επιδράσεις οι οποίες θα διαπιστωθούν ότι υπήρξαν και σ’ αυτούς κατά το παρελθόν. Δεν ζητούμε για όλοι αυτά καμίαν ευγνωμοσύνη. Ζητούμε απλώς να συμμετάσχουν και εκείνοι με σεβασμό στην όποια θα εξακριβώσουν αρχαία ή βυζαντινή παράδοση και στην κοινή ελληνική πολιτιστική κληρονομιά στον βαλκανικό χώρο. Ως προς το γλωσσικό, εξ άλλου, ιδίωμα που το μιλούσαν φτωχό, χαλασμένο και ανάμεικτο, ενώ τώρα λέγεται ότι αναθεωρημένο το έχουν κάμει γλώσσα της λογοτεχνίας και της επιστήμης τους, εγώ προσωπικά —ακολουθώντας στην εφαρμογή της επιστήμης δρόμους μετριοπαθείς και προτιμήσεις συναινετικές— καταλήγω στην εξής άποψη: ‘Έχω τη γνώμη ότι οι των Σκοπίων έχουν όλο το δικαίωμα—και την υποχρέωση έναντι του λαού τους—να βελτιώνουν, έστω και τεχνητά, ένα ομιλούμενο ιδίωμα και να το αναδεικνύουν. Τους ευχόμαστε συνεπώς να το αναδείξουν και να το συνοδεύσουν με αξιόλογες επιτυχίες νέων λογοτεχνικών δημιουργιών. Απλώς όμως τους τονίζουμε ότι θα οφείλουν να αποσαφηνίζουν πάντοτε ότι δεν πρόκειται για τίποτε ο ιστορικά Μακεδονικό, σύμφωνα με την ορθόδοξη έννοια του όρου, αλλ’ πρόκειται ειδικά για μια κυρίως σημερινή επινοημένη και τεχνητή γλώσσα της Γιουγκοσλαβίας. Μια παρόμοια αποσαφήνιση την επιβάλλουν τόσο η ιστορική αλήθεια, όσο και το επιστημονικό ήθος. Αυτά ως προς τους μετριοπαθείς, εάν φυσικά θα επικρατήσουν οι ανάλογες τάσεις, πράγμα που ιδιαίτερα εύχομαι. Εάν όμως πρόκειται να συνεχίζεται τα Σκόπια η γνωστή και έξαλλη εχθρική προπαγάνδα, τότε η Ελληνική λαογραφία είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει τον έναν και μόνο δρόμο που της απομένει. Και εδώ, μας αναμένουν νέοι προσανατολισμοί. θα τους καλέσουμε να απαντήσουν στα πολλά στοιχεία που επικαλούμεθα. Προς το παρόν αναφέρω μερικά μόνον από αυτά, τα εξής: 1) ‘Ότι δεν υπάρχει εθνότης, αλλά μωσαϊκό υπολειμμάτων, με αρχικό πυρήνα τους απογόνους Βουλγάρων αιχμαλώτων μετά τον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο. Και ότι η σημερινή γλώσσα τους έχει ως αρχικό πυρήνα την ανάμεικτη διάλεκτο εκείνων των δούλων που οι ‘Έλληνες του Βυζαντίου τους είχαν εγκαταστήσει στα εκεί αγροκτήματα. 2) ‘Ότι, εάν επιθυμούν να καυχώνται για την αρχαιότητα ενός μέρους του σημερινού λαού τους, αυτό μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στους αρχαίους Δαρδανίους, οι οποίοι δεν είχαν τότε την παραμικρή ανάμειξη στη δημιουργία του πολιτισμού των αρχαίων Μακεδόνων. ‘Όχι μόνο δεν είχαν συμμετοχή, αλλά και υπήρξαν φανατικοί τους εχθροί, φανατικοί Αντιμακεδόνες. Κατοικούσαν μια χώρα που δεν ήταν Μακεδονία. Και ταυτίζεται με τη σημερινή Περιοχή των Σκοπίων. 3) ‘Ότι όσα σπουδαία και παλαιά πολιτιστικά έργα έχουν να επιδείξουν στην περιοχή τους οι των Σκοπίων, είναι δημιουργήματα —άμεσα ή έμμεσα— του ελληνικού βυζαντινού πολιτισμού και των ελληνικών πρωτοβουλιών και των εμπείρων Ελλήνων μαστόρων. Εκτός από μερικούς τουρκικούς μιναρέδες, ποία άλλα δικά τους δημιουργήματα έχουν να επιδεικνύουν, που να έχουν γίνει κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους; 4) Οι δοξασίες είναι γνωστό ότι αποτελούν το παλαιότατο στρώμα για κάθε είδους λαϊκό πολιτισμό. Ποίες λοιπόν δοξασίες και ποιά έθιμα υπάρχουν, που να έρχονται από την αρχαιότητα; Και από ποίαν συγκεκριμένη αρχαιότητα; 5) Ποία δημιουργήματα λαϊκού πολιτισμού, αποκλειστικά δικά της, που να ανήκουν στην τελευταία εκατονταετία προ του 1900, έχει σήμερα η νέα εθνότης, που να μη προέρχονται από τους γειτονικούς λαούς; Υπάρχουν αυτά; 6) Από ποία άλλα στοιχεία λαογραφικού περιεχομένου αποτελείται η πολιτιστική τους ταυτότητα, που όμως ναι είναι εντελώς δικά τους και να μην υπάρχει τίποτε το ξένο, ούτε ελληνικό, ούτε σερβικό, ούτε βουλγαρικό; Υπάρχουν; ‘Όταν θα μας απαντήσουν, είτε περιληπτικά είτε αναλυτικά, θα συνεχίσουμε και για τα υπόλοιπα.
Δ’ Εξ άλλου, εάν θέλουν να παρουσιάσουμε και εμείς τη λαογραφική ταυτότητα της Ελληνικής Μακεδονίας, από τα σύνορα της Φλώρινας ή όποια άλλα σύνορα έως τη Θεσσαλονίκη, είμαστε και πρόθυμοι και έτοιμοι. ‘Ένα πρόχειρο παράδειγμα: Αμφισβητούν την αρχαία ελληνικότητα, υποστηρίζοντας τάχα ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν μιλούσαν ελληνικά. Παραλείπω τις χιλιάδες των αρχαίων επιγραφών που μονάχα ελληνικά είναι γραμμένες, παραλείπω και τις πολλαπλές αρχαίες ιστορικές μαρτυρίες. Και φτάνω στα νεώτερα. ‘Ένας συνάδελφός μου, ο παριστάμενος κ. Δημήτριος Κρεκούκιας, επίτιμος Διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, ετοιμάζει ένα Λεξικό Αρχαϊσμών από δύο ογκώδεις τόμους, όπου υπάρχουν περίπου δεκαπέντε χιλιάδες ελληνικές λέξεις. Αυτές μαρτυρούνται ως σίγουρες αρχαίες, αλλά και ομιλούνται ακόμη έως και σήμερα και βρίσκονται μέσα στα νεοελληνικά γλωσσικά ιδιώματα. Μεσολαβώ επί χρόνια ως προς την οργανωτική πρωτοβουλία του συντασσομένου αυτού αποκλειστικά από τον κ. Δ. Κρεκούκια Λεξικού. Και θα ξαφνιαστούν πολλοί, φίλοι και εχθροί της Μακεδονίας, όταν αρκετά σύντομα θα παρουσιαστεί ένας πλούσιος κατάλογος από σπανιότατες ελληνικές λέξεις, σι οποίες εχρησιμοποιούντο μόνο κατά την αρχαιότητα και ήσαν άγνωστες στους πολλούς αρχαίους συγγραφείς. Και όμως οι ίδιες αυτές σπανιότατες αρχαίες λέξεις λέγονται και σήμερα μέσα στην ομιλουμένη τοπική γλώσσα της Μακεδονίας! Εδώ προβάλλει η δικαιολογημένη απορία: Πώς επέζησαν οι αρχαίες αυτές λέξεις; Φυσικά δεν μεσολάβησαν ούτε βιβλία, ούτε δασκάλοι, επειδή ούτε σε βιβλία υπάρχουν οι λέξεις εκείνες, ούτε κάποιος δάσκαλος τις ήξερε ή τις ξέρει. Τις μιλούσε και τις μιλάει μόνον ο λαός, ο ανώνυμος και αγράμματος λαός των χωριών της Μακεδονίας, αποδεικνύοντας έτσι περίτρανα ότι πρόκειται για μια γλωσσική συνέχεια που έχει διατηρηθεί ζωντανή και αδιάσπαστη από τους χρόνους προ Χριστού, δηλαδή από την εποχή των αρχαίων Μακεδόνων. Ποία άλλη τοπική γλώσσα —σε ολόκληρη την Ευρώπη— έχει τόσο παλαιές και τόσο ζωντανές τις αρχαιότατες γλωσσικές ρίζες της; Και τι άλλο επιβεβαιώνει το φαινόμενο τούτο, εκτός από μια συνεχή και συμπαγή ελληνική πληθυσμιακή παρουσία; Ο,τι συμβαίνει όμως με τη γλώσσα, συμβαίνει και με όλα σχεδόν τα άλλα είδη της ελληνικής λαογραφίας. Αυτή είναι η δική μας ταυτότητα. Το να χάνεσαι μέσα στους αιώνες και τις χιλιετηρίδες, και να μην ξέρεις, πόσο, βαθύτερες, πριν από το 500 ή 700 προ Χριστού, είναι οι ελληνικές ρίζες της Μακεδονίας. Αλλά για να γίνουν εύκολα και πραγματοποιήσιμα όλα όσα περιέγραψα, σχετικά με τα αρπακτικά Σκόπια και την απάτη της επιστήμης που εφαρμόζουν, χρειάζεται εκ μέρους των αρμοδίων μια ελάχιστη προϋπόθεση, συγκεκριμένα η ακόλουθη: Να μας εξασφαλισθεί —για ένα χρονικό διάστημα— η διάθεση δύο ή έστω μόνον ενός κατάλληλου ανθρώπου, ό οποίος ας μην είναι ειδικός επιστήμων, ας μην έχει ούτε πτυχίο, φτάνει να μπορεί να διαβάζει εύκολα το γλωσσικό ιδίωμα των Σκοπίων και να μας ενημερώνει αντικειμενικά για το περιεχόμενο. Και χρειάζεται ακόμη το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος ή το Υπουργείο Πολιτισμού, ή όποια άλλη Υπηρεσία, να μας εφοδιάζει—συστηματικά Και υπεύθυνα— με τα δημοσιεύματα των Σκοπίων, προπαγανδιστικά και επιστημονικά, για όλη γενικά την Ελληνική Μακεδονία. Τα υπόλοιπα θα τα φροντίσουμε εμείς. Και τότε τα φανταχτερά σε χρωματισμούς φτερά της Ελληνικής Μακεδονίας, που σύμφωνα με τον πιο πάνω αρχαίο μύθο ενδέχεται να τα οικειοποιούνται και να τα χρησιμοποιούν ανά τα πέρατα της Οικουμένης οι των Σκοπίων, θα ανακαλύπτονται και θα αφαιρούνται. Και αντίστοιχα, η γυμνότητα των αντιμακεδονικών επιχειρημάτων θα ολοκληρώνεται. Τελικά, εάν οι των Σκοπίων δεν θα περιορισθούν μονάχα στα δικά τους, αυτοί θα είναι που θα ζημιωθούν. Η πρόθεση α ν τ ί δηλώνει κάτι συγκεκριμένο που αντιμάχεται κάποιο άλλο, όπως λέμε Χριστός, αλλά και Αντίχριστος. Και εννοείται ο Διάβολος που αντιμάχεται τον Χριστό. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Ελληνική λαογραφία —που δεν είχε ποτέ ανάλογη επιθυμία ή προγραμματισμό— αναγκάζεται να αντικρούσει την επικίνδυνη νοοτροπία των Σκοπίων. ‘Έχει η δική μας Λαογραφία την ικανότητα να αποδεικνύει λεπτομερειακά την ακόλουθη συνοπτική απάντηση, που μπορεί να απευθύνει στα Σκόπια: «Υποστηρίζετε ότι είσθε Μακεδόνες. Ιδού όμως ότι δεν είσθε Μακεδόνες, αλλά Αντιμακεδόνες. Δεν ανήκετε στη Μακεδονία της Ιστορίας, αλλά κατοικείτε την αρχαία Δαρδανία, άρα την «Αντιμακεδονία», της οποίας οι αρχαίοι κάτοικοι ήσαν φανατικοί εχθροί των αρχαίων Μακεδόνων, φανατικοί Αντιμακεδόνες, όπως συνεχίζετε να είσθε σήμερα και εσείς. Εκείνοι όμως οι Δαρδαίνιοι, σι αρχαίοι Αντιμακεδόνες, μέσα στη βαρβαρότητα τους και τον πρωτογονισμό τους, ήσαν εντιμότεροι. Δεν ξέπεσαν στο σημείο να γίνονται, ούτε σφετεριστές του ονόματος μιας γειτονικής τους χώρας, ούτε και αδίστακτοι πλαστογράφοι της λαογραφίας και τον λαϊκού πολιτισμού των ενδόξων γειτόνων τους)).
Πηγή: Η εκπληκτική εισήγηση του Κου Ρωμαίου στο Ε’ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ, έκδ. ΙΜΧΑ, Θεσ/νικη