Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Βασίλειος Μαλεγκάνος, δάσκαλος



Μετά το 1904 οι Βούλγαροι εξαπέλυσαν έναν άγριο πόλεμο εναντίον των δασκάλων και των Ελλήνων κληρικών. Με την εξόντωσή τους, αλλά και με το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων από τη μια μεριά και με την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων και εκκλησιών, στελεχωμένων με δασκάλους και κληρικούς από την άλλη μεριά, σιγά σιγά και με την πάροδο του χρόνου, η Μακεδονία θα άλλαζε εθνολογικά και μ’ αυτόν τον τρόπο θα γινόταν βουλγαρική.
                Στο Κεφαλάρι της Καστοριάς υπηρετούσε στο Δημοτικό Σχολείο ο Βασίλειος Μαλεγκάνος. Είχε γεννηθεί το 1885 στην Καστοριά από καλούς γονείς, το Θωμά και τη Μαρία, οι οποίοι ήταν οικονομικά ευκατάστατοι.
                Τέλειωσε το Δημοτικό Σχολείο και μετά πήγε στο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων Μελισσοτόπου, για να συνεχίσει τις σπουδές του εκεί, διότι υπήρχε μια Σχολή που κατάρτιζε νέους για δασκάλους.
                Ο μικρός Μαλεγκάνος είχε αγαπήσει το μοναστικό βίο και θέλησε να καρεί μοναχός, αλλά οι γονείς του αντέδρασαν κι έτσι, με τις ευλογίες του τότε Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, διορίστηκε διδάσκαλος στο Κεφαλάρι.
                Εκεί εργάστηκε δυο χρόνια. Είχε γίνει 20 χρονών κι ήταν μεγάλη η αγάπη του στα γράμματα κι ο ζήλος του να μαθαίνει στα Ελληνόπαιδα του χωριού το Αλφαβητάριο, ώστε, όταν θα τέλειωναν το σχολείο, θ’ αποκτούσαν κάποια στοιχειώδη μόρφωση.
                Οι κάτοικοι του χωριού τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν πολύ.
                Ο παπάς του χωριού είχε μια κόρη που ήθελε να την δώσει για γυναίκα στο νεαρό δάσκαλο, αλλά κι ο Μαλεγκάνος αγάπησε την κόρη του παπά. Κάθε τόσο πήγαινε στο σπίτι της νέας και σχεδόν είχαν αποφασίσει να κάνουν αρραβώνα.
                15 Φεβρουαρίου 1905, ημέρα Δευτέρα, Καθαρά Δευτέρα των Νηστειών· ο Μαλεγκάνος πήγε στ’ αμπέλι τους με τους εργάτες για να σκάψουν και, σαν νύχτωσε, πριν από το ηλιοβασίλεμα, οι εργάτες πήγαν στα σπίτια τους κι ο δάσκαλος στο Κεφαλάρι, για να κανονίσει με τον παπά του χωριού για τον αρραβώνα. Πήγε στο Κεφαλάρι, τον υποδέχτηκαν στενοχωρημένοι σαν τον είδαν. Τον κέρασαν τσίπουρο, δε μίλησε, ξάπλωσε στο κρεβάτι για να ξεκουραστεί από τη βαριά δουλειά στο αμπέλι. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά· είδε κρύα πράγματα, αλλά δε ρώτησε. Την εποχή εκείνη στην περιοχή Κορεστίων δρούσαν οι βοεβόδες Τσακαλάρωφ και Μητροβλάχο με πολυπληθείς συμμορίες κομιτατζήδων.
                Ο Βασίλειος Τσακαλάρος, όπως ήταν το επώνυμό του, ήταν Έλληνας δάσκαλος κι είχε σπουδάσει σε ελληνικά σχολεία, αλλά πουλήθηκε στους Βουλγάρους για καλύτερο μισθό, αφού μετεκπαιδεύτηκε στη Σόφια και οργανώθηκε στο βουλγάρικο κομιτάτο· ήρθε στην Καστοριά, στα Κορέστια, κι έγινε αρχηγός (βοεβόδας) κι άρχισε τον αγώνα του κατά των Ελλήνων, αφού στρατολόγησε πολλούς κομιτατζήδες.
                Μια μέρα ο Τσακαλάρωφ –έτσι έκανε το επίθετό του- αντάμωσε το δάσκαλο Βασίλειο Μαλεγκάνο και του πρότεινε να γίνει Βούλγαρος δάσκαλος, αλλά ο Μαλεγκάνος αρνήθηκε, δίχως να φοβηθεί, τον οπλισμένο Τσακαλάρωφ.
-Σκέψου και περιμένω απάντηση, είπε ο Τσακαλάρωφ, είναι κρίμα να χάσεις τα νιάτα σου, σκέψου καλά.
-Όχι, δε γίνεται αυτό, Βασίλη Τσακαλάρωφ, οι δρόμοι μας είναι διαφορετικοί, εσύ πήρες το δρόμο σου κι εγώ το δικό μου. Γύρισε στο ελληνικό σχολείο, Βασίλη, θα μεσιτέψω στο Μητροπολίτη.
-Μαλεγκάνο, απάντησε ο Τσακαλάρωφ, έτσι που σκέφτεσαι, θα φας το κεφάλι σου. Είναι κρίμα σου λέγω, έλα στο βουλγαρικό, γιατί αλλιώς…
Και σταμάτησε. Χώρισαν και πήρε ο καθένας το δρόμο του.
                Ο Τσακαλάρωφ, αφού μάταια περίμενε τον Μαλεγκάνο, αποφάσισε να τον δολοφονήσει κι έτσι την Καθαρά Δευτέρα, πριν πάει ο Μαλεγκάνος στο σπίτι του μέλλοντα πεθερού του, στο σπίτι του παπά.
-Μη μιλήσεις. Σε λίγο θα έρθει ο Μαλεγκάνος. Αν βγεις και τον υποδεχτείς, θα κάψω το σπίτι σου και θα σας σκοτώσω όλους.
Ο παπάς βρέθηκε σε δύσκολη κατάσταση. Δεν ήξερε τι να κάνει. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Ο Τσακαλάρωφ όμως, καλού κακού, έκλεισε στην κάμαρη όλη την οικογένεια, για να μη φύγει κάποιος απ’ αυτούς και ειδοποιήσει το δάσκαλο. Στην άλλη κάμαρη έμεινε με τους συντρόφους του και περίμενε, αφού έκανε σύσταση στον παπά να υποδεχτεί το δάσκαλο μέσα και να τον κεράσουν δίχως να δείχνουν τη στεναχώρια τους.
-Κατάλαβες, παπά;
-Ναι, απάντησε ξερά ο παπάς και σώπασε.
Δύσκολες στιγμές, τι να αποφάσιζε; Να σωθεί ο δάσκαλος ή η οικογένειά του; Δίλημμα τρομερό, ο φόβος κι η αγάπη για την οικογένειά του υπερίσχυσαν κι έτσι περίμεναν το μοιραίο.
Μόλις ξάπλωσε ο δάσκαλος ανύποπτος, ξαφνικά άνοιξε η πόρτα κι όρμησαν οι κομιτατζήδες, τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στο Αλώνι, όπου τον έδεσαν στο στύλο που βρίσκεται στο κέντρο.
-Λέγε, Μαλεγκάνο, θα γίνεις Βούλγαρος; Ρώτησε άγρια ο αρχικομιτατζής.
-Όχι, φώναξε με θάρρος ο δάσκαλος, προτιμώ το θάνατο.
Στο άκουσμα της άρνησης οι κομιτατζήδες άρχισαν να τον τρυπούν με τα μαχαίρια τους και τις ξιφολόγχες. Τον χτυπούσαν με τέτοια μανία που οι μαχαιριές πέφτανε βροχή· 99 μαχαιριές μέτρησε ο ιατροδικαστής.
"Ο εκ Καστοριάς της Μακεδονίας Ελληνοδιδάσκαλος Βασίλειος Δ. Μαλιγγάνος. Εδολοφονήθη εις το χωρίον Σέτομα παρά των Βουλγάρων την 14 Φεβρουαρίου 1905, τροθείς δι' 99 λογχών".
                Σαν τον αποτέλειωσαν κι ο Εθνομάρτυρας δάσκαλος παρέδωσε την αγία ψυχή του, οι βάρβαροι τον πήραν και τον πήγαν στ’ αμπέλι του κοντά στον Απόσκεπο, κάτω απ’ το χωριό προς την Καστοριά.
                Ο πατέρας του δασκάλου, σαν πέρασε η ώρα, ανησύχησε κι αφού καβάλησε τ’ άλογό του πήγε στο αμπέλι για να δει τι έγινε ο γιος του. Όταν έφτασε, είδε το γιο του ξαπλωμένο στην είσοδο του αμπελιού, κατέβηκε και, μόλις είδε το γιο του σκοτωμένο, λιποθύμησε. Όταν συνήλθε, έβαλε τις φωνές. Τότε τ’ άλογο τρόμαξε και γύρισε στην Καστοριά.
                Οι δικοί του, σαν το είδαν, ανησύχησαν κι αμέσως με τους γείτονές τους πήγαν στ’ αμπέλι, όπου είδαν με φρίκη τον πατέρα να οδύρεται πάνω στο κατατρυπημένο σώμα του άτυχου γιου του.
                Από εκεί πήραν το νεκρό και τον μετέφεραν στη Μητρόπολη, όπου ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, σαν είδε το νεκρό ήρωα, αμέσως κάλεσε τον Τούρκο διοικητή.
                Έγιναν ανακρίσεις, νεκροψία και, μετά τις σχετικές διαδικασίες, μέσα σε θρήνους κι οδυρμούς έγινε η ταφή του ήρωα Μαλεγκάνου.
                Ο Γερμανός Καραβαγγέλης δεν κάθησε με σταυρωμένα χέρια. Έγραψε γράμμα στον καπετάν Βάρδα και του έγραφε να ενεργήσει ό,τι νομίζει καλό. Το γράμμα αυτό το αντιγράφουμε αυτολεξεί από το Αρχείο του Σ. Ράπτη κι έχει ως εξής:
Αδελφέ Βάρδα,
Σου στέλνω φωτογραφία νέου εθνομάρτυρος.
Βλέπεις και συ και τα παλληκάρια σου πόσες μαχαιριές έχει εις το κορμί του ο ωραίος και ενθουσιώδης αυτός νέος.
Η φωτογραφία ελήφθη επί τόπου. Ο αγγελιοφόρος θα σας δώσει πληροφορίες του νέου αυτού αποτροπαίου εγκλήματος των δολοφόνων. Λάβετέ τας υπ’ όψιν και ενεργήσετε ό,τι νομίσητε καλόν.
Ασπασμούς και πατρικάς ευχάς εις όλα τα τετιμημένα παλληκάρια σου.
Σας ασπάζομαι ο αδελφός σας.
Ο Βάρδας με τα παλληκάρια του πολέμησε με μανία τους κομιτατζήδες και σκότωσε πολλούς.
Ο Γερμανός Καραβαγγέλης όμως την άλλη χρονιά, το 1906, μόλις έμαθε ότι ο Μήτρο Βλάχο, ο δολοφόνος του Μαλεγκάνου, βρισκόταν στη Λεύκη, ειδοποίησε τον Τούρκο διοικητή να στείλει στρατό για να συλλάβει το Μητροβλάχο, αφού έδωσε για οδηγό κάποιον Χρήστο απ’ το Σιδηροχώρι (ήταν ξάδερφος άλλου δολοφονημένου δασκάλου, του Αθανασίου) και μετά ο διοικητής έστειλε το στρατό του  και κύκλωσε το χωριό Λεύκη και σκότωσε το Μητροβλάχο με τους συντρόφους του.
Ο δολοφόνος πλήρωσε τα εγκλήματά του. Με το φόνο του Μητροβλάχου γλίτωσε ο τόπος.

            (Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Μ. Σιδερίδη «Η Εκκλησία στο Μακεδονικό Αγώνα») 

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος στο Μοναστήρι



Μετά από μυστικές συμφωνίες ο  Ρώσος πρόξενος του Μοναστηρίου  έπεισε τον Τούρκο  αντιστράτηγο διοικητή της πόλης Ζεκή Πασά, και έναντι γενναίας αμοιβής 20.000 τουρκικών λιρών  ότι θα ήταν μάταιη κάθε περεταίρω αντίσταση  εφόσον η Μακεδονία είχε πλέον χαθεί οριστικά για την Τουρκία και ότι θα έπρεπε να σπεύσει σε βοήθεια του Εσάτ πασα για να σωθεί η Ήπειρος και η Αλβανία. Έτσι διευκολύνθηκε η προέλαση του Σερβικού στρατού προς το Μοναστήρι. Μετά από αυτήν την εξέλιξη η αντίσταση των Τούρκων δεν ήταν η αναμενόμενη. Ταυτόχρονα ρίχνοντας την 18η Μεραρχία εναντίον των Ελλήνων καθήλωσαν τον Ελληνικό στρατό στην περιοχή της Μπάνιτσας (Βεύη).  Έτσι σε αυτόν τον αγώνα δρόμου, οι Σέρβοι με τη βοήθεια του ρωσικού παράγοντα  κατάφεραν να εισέρθουν πρώτη στην πόλη στις 6 Νοεμβρίου του 1912 ύστερα από μάχη πέντε ημερών και αφού οι εναπομείναντες  δυνάμεις συνθηκολόγησαν.
Η είσοδος των Σέρβων στο Μοναστήρι δεν προκάλεσε  ιδιαίτερο ενθουσιασμό στους κατοίκους της πόλης μιας  και ελάχιστες σερβικές οικογένειες κατοικούσαν εκεί. Καμιά σερβική σημαία δεν υψώθηκε στο Μοναστήρι. Οι Έλληνες της Πελαγονίας  απογοητεύτηκαν από τις εξελίξεις μιας και πρόσμεναν τη ύψωση της ελληνική σημαίας στην πόλη. Έξι ημέρες αργότερα  στις 15 Νοεμβρίου εισέρχεται στην πόλη  πανηγυρικά ο διάδοχος Κωνσταντίνο συνοδευόμενος από τους πρίγκιπες  Γεώργιο, Αλέξανδρο  και Παύλο καθώς και από τον Ίωνα Δραγούμη. Οι σέρβοι δεν επέτρεψαν να εισέρθει ο ελληνικός στρατός. Επικράτησαν σκηνές απερίγραπτου ενθουσιασμού . Όλος ο ελληνισμός του Μοναστηρίου παραβρέθηκε στην πανηγυρική δοξολογία στο ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου. Η παρουσία του διαδόχου αποτελούσε για τους Μοναστηριώτες προάγγελο της προσάρτησης στο νέο ελληνικό κράτος.
Την κατάληψη της Πελαγονίας ακολούθησαν  6 με 7 μήνες σημαντικών γεγονότων που καθόρισαν τη μοίρα της περιοχής. Την 1η Ιουνίου 1913 υπογράφεται από τις δύο κυβερνήσεις  αμυντική συμφωνία ώστε  να παρέχουν αμοιβαία βοήθεια  κατά τρόπον ώστε να έχουν κοινό σύνορο δυτικά του Αξιού ποταμού η δε διάταξη των νέων  συνόρων να βασίζεται επί της αρχής  Occupation Effective» (σε ελεύθερη μετάφραση «ότι κατέχει ο καθένας του ανήκει».

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Μητροπολίτης Πελαγονίας Χρυσόστομος (1912-18)



Ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Χρυσόστομος (1912-18). Το 1917 το Μοναστήρι έγινε στόχος σφοδρών βομβαρδισμών. Κάθε ημέρα οι νεκροί ήταν πολλοί και ο φόβος εκ των βομβαρδισμών τέτοιος, ώστε οι ιερείς να μην έχουν το θάρρος να τους θάβουν. Ο ίδιος ο μητροπολίτης Χρυσόστομος παρέμενε κοντά στους νεκρούς, δίδοντας θάρρος στους ιερείς. Ήταν τόσο πιστός στο καθήκον, ώστε να μην κατεβαίνει στο καταφύγιο κατά την ώρα των επικίνδυνων βομβαρδισμών.

Στην υπηρεσία του Έθνους
Μία ημέρα Γάλλοι αξιωματικοί, παρουσιασθέντες μπροστά του τον ρώτησαν.
-Πως θεωρείτε εκείνους που βάλλουν εναντίον της πόλεως και σκοτώνουν τόσους ανθρώπους από τον άμαχο πληθυσμό;
Ο Χρυσόστομος χωρίς να χάσει το θάρρος του και θεωρώντας τους Αγγλογάλλους αιτία των κακών, διότι είχαν γεμίσει το Μοναστήρι με κάθε είδους πολεμική μηχανή, ώστε να αποβεί σημαντικός στρατιωτικός στόχος, τους είπε:
- Θα σας απαντήσω, αφού προηγουμένως σας ερωτήσω, πως λέγονται εκείνοι που μετέβαλλαν την πόλη σε μεγάλο οπλοστάσιο.

Ο Έλληνας Μητροπολίτης Πελαγονίας με το Γάλλο Συνταγματάρχη
 Vassitch τον Μάρτιο του 1917

Ότι δεν κατάφεραν οι βομβαρδισμοί  το κατάφερε ό εθνικός διχασμός . Οι Γάλλοι από την πρώτη στιγμή που εγκαταστάθηκαν στη περιοχή   άρχισαν να διενεργούν κατασκοπεία σε βάρος της Μητρόπολης στην οποία συμμετείχαν και έλληνες αξιωματικοί. Έλληνες Βενιζενικοί  αξιωματικοί  διέβαλαν τον Μητροπολίτη στους Γάλλος κατηγορώντας τον για «Κωνσταντισμό»  και φιλογερμανικά αισθήματα.  Η μομφή αυτή, που μάλιστα βασιζόταν σε ελληνικές αιτιάσεις  οδήγησε  το Μητροπολίτη Χρύσανθο και τον  αρχιδιάκονο  Αθηναγόρα  στις φυλακές Θεσσαλονίκης με τη συνοδεία Σενεγαλέζων  Γάλλων στρατιωτών.  Φυλάκισαν τότε μαζί του και τον Αρχιδιάκονό του, Αθηναγόρα. Το κενό που δημιουργήθηκε στη Μητρόπολη Πελαγονίας εκμεταλλεύτηκαν οι Σέρβοι οι οποίοι κατέλαβαν  τη Μητρόπολη Πελαγονίας  και την Ελληνική εκκλησία  ενθρονίζοντας στη θέση του Χρυσόστομου το βοηθό επίσκοπο  του μητροπολίτη Σκοπίων  και μετέπειτα πατριάρχη Σερβίας Βαρνάβα.  Στις φυλακές έμεινε έγκλειστος μια μερικές μέρες. Στη συνέχεια αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολή όπου θα παρουσίαζε στο Πατριαρχείο τα δίκαια της επαρχίας του. Εκεί εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του ότι το Πατριαρχείο είχε μετατραπεί σε πολιτική λέσχη του βενιζελισμού. Η θέση αυτή του Χρυσόστομου είχε ως αποτέλεσμα ο Έλληνας αρμοστής στην Κωνσταντινούπολή  να απαιτήσει την εξορία του στο Άγιο Όρος “για την ασφάλεια του ιδίου” καθόσον κινδύνευε για τις θέσεις που εξέφραζε κατά του Βενιζέλου και υπέρ  του βασιλέα.  Υπό την επιτήρηση μυστικής αστυνομίας οδηγήθηκε στο Άγιο Όρος  στην Σκήτη του Μυλοποτάμου περιοχής της Μεγίστης Λαύρας, μαζί με τον Αθηναγόρα. Παρά τις παρεμβάσεις  πολλών αρχιερέων, οι Σερβικές αρχές δεν επέτρεψαν ποτέ την επιστροφή του στην Μητρόπολη Πελαγονίας.


http://www.synodinresistance.org/Theology_el/3d6001OmologitisIerarxisAK298.pdf
http://voukino.files.wordpress.com/2008/04/pelagonia_greeks.pdf

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Η Θεοδώρα Στεφάνου από το Ορέχοβο.

"Τω αξιοτίμω κω Στεφάνω Δραγούμη. Εις την παρούσαν φωτ/φίαν είνε πάλιν η Θεοδώρα με την ενδυμασία του τόπου, η δε άλλη κόρη είνε η Μαρία Στ. Μωραϊτου η οποία κι αυτή είτον Αγγελιοφόρος γνωστή εις όλας σχεδόν τας ενταύθα συμμορίας, εφάνει εις το έπακρον πιγή και γενναία, ο Μεσαίος είνε αδελφός της Νικόλαος Στ. οπαδός του Νικ. Τσιολάκη οπλαρχηγού, ο οποίος έχει και δύο άλλας αδελφούς, ο μεν Μιχ. Στ. είνε και οπλαρχηγός, ο δε μικρότερος Θεόδωρος Στ. οπαδός πολλών αρχηγών. Εν Μοναστηρίω τη 7η Μαρτίου 1909. Ν. Καλαρρύτης".
"Τω αξιωτίμω κ.κ. Στεφάνω Δραγούμη. Η παρούσα φωτ/φία είνε της κ. Θεοδώρας Στεφάνου εξ Ωρεχόβου απέχων δύο ώρας εκ Μοναστηρίου, είτον Αγγελιοφόρος όλων σχεδόν των συμμοριών εφάνει άξιος επαίνου είτον και οπαδός του Αρχηγού Γ. Μακρή ή Νικοδήμου. Εν Μοναστηρίω τη 7η Μαρτίου 1909.
Ναούμ Καλαρρύτης".

http://www.ascsa.net/id/archives/image/0281

Νιζόπολη Πελαγονίας - Nizopoli of Pelagonia

Στη Νιζόπολη (πόλη που σήμερα ανήκει στην Π.Γ.Δ.Μ., δηλ. στο κράτος των Σκοπίων), δυτικά της Γευγελής-Μοναστηρίου, μέχρι τα τέλη του 19ου αι. και ως τις αρχές του 20ου αι.είχαν εγκατασταθεί Βλάχοι από διάφορα βλαχοχώρια του Ελλαδικού χώρου και εθεωρείτο ως μία από τις πιο σημαντικές εστίες της βλάχικης διασποράς. Βλάχοι Νιζοπολιτιάνοι εγνώριζαν τις πεδιάδες της Κατερίνης και τα πεδινή των Πιερίων ήδη από τις αρχές του 19ου αι., γιατί κάποιοι από αυτούς κατέβαιναν για χειμαδιά στην Πιερία την περίοδο αυτή. Παράλληλα, με την κάθοδό τους στην Κατερίνη και την αποχιακή παραμονή τους εδώ κατά τον 19ο αι. είχαν αναπτύξει σχέσεις με τους άλλους Βλάχους, που ζούσαν εδώ μόνιμα ή εποχιακά. Όταν, λοιπόν, κατά τη διάρκεια του Α` παγκοσμίου πολέμου η Νιζόπολη υπέστη σοβαρές καταστροφές, πολλοί κάτοικοι της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν και να ανζητήσουν καταφύγιο στην Ελλάδα. Ένα μέρος απ` αυτούς κατέφυγε στη γειτονική Φλώρινα μαζί με άλλους Βλάχους, ενώ ένα άλλο μέρος κατέφυγε ομαδική στην Κατερίνη. Όταν τελείωσε ο πόλεμος (1918) και αποκαταστάθηκε η ειρήνη, πολλοί από τους Νιζοπολίτες που είχαν καταφύγει στην Κατερίνη, αποφάσισαν και επέστρεψαν στη Νιζόπολη μετά το 1923. Ενώ μια άλλη ομάδα, περίπου 25 οικογενειών, αποφάσισε να παραμείνει οριστικά στην Κατερίνη και συγκρότησαν τον βλάχικο συνοικισμό γύρω από το Νοσοκομείο. Εδώ διαμένουν μέχρι και σήμερα.