Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος στο Μοναστήρι



Μετά από μυστικές συμφωνίες ο  Ρώσος πρόξενος του Μοναστηρίου  έπεισε τον Τούρκο  αντιστράτηγο διοικητή της πόλης Ζεκή Πασά, και έναντι γενναίας αμοιβής 20.000 τουρκικών λιρών  ότι θα ήταν μάταιη κάθε περεταίρω αντίσταση  εφόσον η Μακεδονία είχε πλέον χαθεί οριστικά για την Τουρκία και ότι θα έπρεπε να σπεύσει σε βοήθεια του Εσάτ πασα για να σωθεί η Ήπειρος και η Αλβανία. Έτσι διευκολύνθηκε η προέλαση του Σερβικού στρατού προς το Μοναστήρι. Μετά από αυτήν την εξέλιξη η αντίσταση των Τούρκων δεν ήταν η αναμενόμενη. Ταυτόχρονα ρίχνοντας την 18η Μεραρχία εναντίον των Ελλήνων καθήλωσαν τον Ελληνικό στρατό στην περιοχή της Μπάνιτσας (Βεύη).  Έτσι σε αυτόν τον αγώνα δρόμου, οι Σέρβοι με τη βοήθεια του ρωσικού παράγοντα  κατάφεραν να εισέρθουν πρώτη στην πόλη στις 6 Νοεμβρίου του 1912 ύστερα από μάχη πέντε ημερών και αφού οι εναπομείναντες  δυνάμεις συνθηκολόγησαν.
Η είσοδος των Σέρβων στο Μοναστήρι δεν προκάλεσε  ιδιαίτερο ενθουσιασμό στους κατοίκους της πόλης μιας  και ελάχιστες σερβικές οικογένειες κατοικούσαν εκεί. Καμιά σερβική σημαία δεν υψώθηκε στο Μοναστήρι. Οι Έλληνες της Πελαγονίας  απογοητεύτηκαν από τις εξελίξεις μιας και πρόσμεναν τη ύψωση της ελληνική σημαίας στην πόλη. Έξι ημέρες αργότερα  στις 15 Νοεμβρίου εισέρχεται στην πόλη  πανηγυρικά ο διάδοχος Κωνσταντίνο συνοδευόμενος από τους πρίγκιπες  Γεώργιο, Αλέξανδρο  και Παύλο καθώς και από τον Ίωνα Δραγούμη. Οι σέρβοι δεν επέτρεψαν να εισέρθει ο ελληνικός στρατός. Επικράτησαν σκηνές απερίγραπτου ενθουσιασμού . Όλος ο ελληνισμός του Μοναστηρίου παραβρέθηκε στην πανηγυρική δοξολογία στο ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου. Η παρουσία του διαδόχου αποτελούσε για τους Μοναστηριώτες προάγγελο της προσάρτησης στο νέο ελληνικό κράτος.
Την κατάληψη της Πελαγονίας ακολούθησαν  6 με 7 μήνες σημαντικών γεγονότων που καθόρισαν τη μοίρα της περιοχής. Την 1η Ιουνίου 1913 υπογράφεται από τις δύο κυβερνήσεις  αμυντική συμφωνία ώστε  να παρέχουν αμοιβαία βοήθεια  κατά τρόπον ώστε να έχουν κοινό σύνορο δυτικά του Αξιού ποταμού η δε διάταξη των νέων  συνόρων να βασίζεται επί της αρχής  Occupation Effective» (σε ελεύθερη μετάφραση «ότι κατέχει ο καθένας του ανήκει».

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Μητροπολίτης Πελαγονίας Χρυσόστομος (1912-18)



Ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Χρυσόστομος (1912-18). Το 1917 το Μοναστήρι έγινε στόχος σφοδρών βομβαρδισμών. Κάθε ημέρα οι νεκροί ήταν πολλοί και ο φόβος εκ των βομβαρδισμών τέτοιος, ώστε οι ιερείς να μην έχουν το θάρρος να τους θάβουν. Ο ίδιος ο μητροπολίτης Χρυσόστομος παρέμενε κοντά στους νεκρούς, δίδοντας θάρρος στους ιερείς. Ήταν τόσο πιστός στο καθήκον, ώστε να μην κατεβαίνει στο καταφύγιο κατά την ώρα των επικίνδυνων βομβαρδισμών.

Στην υπηρεσία του Έθνους
Μία ημέρα Γάλλοι αξιωματικοί, παρουσιασθέντες μπροστά του τον ρώτησαν.
-Πως θεωρείτε εκείνους που βάλλουν εναντίον της πόλεως και σκοτώνουν τόσους ανθρώπους από τον άμαχο πληθυσμό;
Ο Χρυσόστομος χωρίς να χάσει το θάρρος του και θεωρώντας τους Αγγλογάλλους αιτία των κακών, διότι είχαν γεμίσει το Μοναστήρι με κάθε είδους πολεμική μηχανή, ώστε να αποβεί σημαντικός στρατιωτικός στόχος, τους είπε:
- Θα σας απαντήσω, αφού προηγουμένως σας ερωτήσω, πως λέγονται εκείνοι που μετέβαλλαν την πόλη σε μεγάλο οπλοστάσιο.

Ο Έλληνας Μητροπολίτης Πελαγονίας με το Γάλλο Συνταγματάρχη
 Vassitch τον Μάρτιο του 1917

Ότι δεν κατάφεραν οι βομβαρδισμοί  το κατάφερε ό εθνικός διχασμός . Οι Γάλλοι από την πρώτη στιγμή που εγκαταστάθηκαν στη περιοχή   άρχισαν να διενεργούν κατασκοπεία σε βάρος της Μητρόπολης στην οποία συμμετείχαν και έλληνες αξιωματικοί. Έλληνες Βενιζενικοί  αξιωματικοί  διέβαλαν τον Μητροπολίτη στους Γάλλος κατηγορώντας τον για «Κωνσταντισμό»  και φιλογερμανικά αισθήματα.  Η μομφή αυτή, που μάλιστα βασιζόταν σε ελληνικές αιτιάσεις  οδήγησε  το Μητροπολίτη Χρύσανθο και τον  αρχιδιάκονο  Αθηναγόρα  στις φυλακές Θεσσαλονίκης με τη συνοδεία Σενεγαλέζων  Γάλλων στρατιωτών.  Φυλάκισαν τότε μαζί του και τον Αρχιδιάκονό του, Αθηναγόρα. Το κενό που δημιουργήθηκε στη Μητρόπολη Πελαγονίας εκμεταλλεύτηκαν οι Σέρβοι οι οποίοι κατέλαβαν  τη Μητρόπολη Πελαγονίας  και την Ελληνική εκκλησία  ενθρονίζοντας στη θέση του Χρυσόστομου το βοηθό επίσκοπο  του μητροπολίτη Σκοπίων  και μετέπειτα πατριάρχη Σερβίας Βαρνάβα.  Στις φυλακές έμεινε έγκλειστος μια μερικές μέρες. Στη συνέχεια αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολή όπου θα παρουσίαζε στο Πατριαρχείο τα δίκαια της επαρχίας του. Εκεί εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του ότι το Πατριαρχείο είχε μετατραπεί σε πολιτική λέσχη του βενιζελισμού. Η θέση αυτή του Χρυσόστομου είχε ως αποτέλεσμα ο Έλληνας αρμοστής στην Κωνσταντινούπολή  να απαιτήσει την εξορία του στο Άγιο Όρος “για την ασφάλεια του ιδίου” καθόσον κινδύνευε για τις θέσεις που εξέφραζε κατά του Βενιζέλου και υπέρ  του βασιλέα.  Υπό την επιτήρηση μυστικής αστυνομίας οδηγήθηκε στο Άγιο Όρος  στην Σκήτη του Μυλοποτάμου περιοχής της Μεγίστης Λαύρας, μαζί με τον Αθηναγόρα. Παρά τις παρεμβάσεις  πολλών αρχιερέων, οι Σερβικές αρχές δεν επέτρεψαν ποτέ την επιστροφή του στην Μητρόπολη Πελαγονίας.


http://www.synodinresistance.org/Theology_el/3d6001OmologitisIerarxisAK298.pdf
http://voukino.files.wordpress.com/2008/04/pelagonia_greeks.pdf