Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Βαλκανική χερσόνησο της Βυζαντινής περιόδου.

23.06.2005

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός (ΜΑ Βυζαντινής ιστορίας)

ailiadi@sch. gr



Η κατ’ αρχήν παραδοχή της πληροφορίας του Πορφυρογέννητου ότι περί τα μέσα της 8ης εκατονταετηρίδας μ.Χ. έλαβε χώρα η μεγάλη Σλαβική αποίκηση της Πελοποννήσου, δεν αποκλείει, ενδεχομένως, την ύπαρξη και προγενέστερων ληστρικών, σλαβικών κατ’ αυτής επιδρομών, όπως σωστά παρατηρεί ο Α. Διομήδης, ίσως δε και μεμονωμένων, κατά συνέπεια εγκαταστάσεων, ιδίως απ’ το πρώτο τέταρτο του 7ου αιώνα, οπότε αρχίζουν οι Σλαβικές προσπάθειες προς αποικισμό της Βαλκανικής. Ενδιαφέρουσα γι’ αυτό είναι η άποψη του καθηγητού Ν.Βέη σε άρθρο του στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, όπου υποστηρίζει ότι όντως έλαβε χώρα αραβική και σλαβική επιδρομή στην Πελοπόννησο κατά το 589, χωρίς όμως εγκατάσταση των επιδρομέων, όπως υποστηρίχτηκε.

Είναι εύλογο ότι τέτοιες ασήμαντες επιδρομές με απλό ληστρικό χαρακτήρα, οι οποίες άλλωστε ήταν άπειρες στον αριθμό, απέφευγαν να τις αναφέρουν πολλές φορές οι βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι ή δεν είχαν καν λάβει γνώση τους. Μερικές φορές, όμως, αυτές οι επιδρομές άφηναν πίσω τους σε απομονωμένες περιοχές μερικά βαρβαρικά κατάλοιπα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου αφομοιώνονταν απ’ τους γύρω πληθυσμούς. Έτσι, άλλες φορές πάλι και οι Βυζαντινοί από μόνοι τους προέβαιναν είτε σε μεμονωμένες εγκαταστάσεις βαρβάρων αιχμαλώτων πολέμου ως δουλοπάροικων σε ελληνικά κτήματα, είτε και σε ομαδικές μεταφορές και εγκαταστάσεις βαρβαρικών πληθυσμών. Πολλές φορές ακόμη, λάμβαναν χώρα, ειρηνικά, σποραδικές μετακινήσεις βαρβαρικών κτηνοτροφικών πληθυσμών προς αναζήτηση βοσκών στις αραιοκατοικημένες περιοχές της αυτοκρατορίας.

Με όλους αυτούς τους τρόπους ή με ορισμένους μόνο από αυτούς, είναι πιθανό ότι έλαβαν χώρα και στην Πελοπόννησο σλαβικές εγκαταστάσεις και πριν ακόμη τη μεγάλη σλαβική κάθοδο των μέσων του 8ου αιώνα. Οι εγκαταστάσεις αυτές στις οποίες, προφανώς, οφείλεται η μνεία της Πελοποννήσου απ’ τον Άγιο Βιλλιβάρδο ως sclavinia terra(728), μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι κατά το μεγαλύτερό τους μέρος είχαν αρχίσει ήδη να εξελληνίζονται κατά την εποχή της λοιμικής νόσου(746), οπότε άλλωστε είναι πιθανό ότι εκμηδενίστηκαν από το λοιμό όπως και μεγάλο μέρος των υπολοίπων αγροτικών συνοικισμών της Χερσονήσου.

Οι σλαβικές επιδρομές αρχίζουν κυρίως στα νότια του Δούναβη και στις κυρίως ελληνικές χώρες απ΄το β΄τέταρτο του 6ου αιώνα επί Ιουστινιανού και συνεχίζονται επί των διαδόχων του μέχρι το Φωκά και τον Ηράκλειο, μόνο όμως επί του τελευταίου μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη συστηματικής εγκατάστασης εντεύθεν του Δουνάβεως. Είναι πιθανό ότι επί Ιουστινιανού, Τιβερίου και Μαυρικίου παρέμειναν σποραδικά, εδώ κι εκεί, σλαβικοί πληθυσμοί, όπως διαφαίνεται απ’ τα λεγόμενα του Προκοπίου, του Μενάνδρου και του Ιωάννη Εφέσου, στους οποίους, όμως, στη συνέχεια της αφήγησής τους επίσης διαφαίνεται ότι πρόκειται, κατ’ ουσία, για πρόσκαιρες κι όχι μόνιμες εγκαταστάσεις.

Απ’ το α΄ τέταρτο του 7ου αιώνα αρχίζει κυρίως η εγκατάσταση των Σλάβων στη Βαλκανική, συνεχίζεται καθ’ όλο τον 7ο αιώνα και κατά τα μέσα του 8ου αιώνα λαμβάνει χώρα η μεγάλη Σλαβική αποίκιση της Πελοποννήσου, η οποία άλλωστε δεν είναι και η τελευταία, σε σχέση μ’ αυτήν σλαβική επιχείρηση. Κατά το α΄ μισό του 10ου αιώνα επακολουθεί, επί Ρωμανού Λεκαπηνού, και άλλη σλαβική επιδρομή στην Πελοπόννησο του Τσάρου Σαμουήλ, κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα επί του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου.

Η αφομοίωση και ο εκβυζαντινισμός των Σλάβων της Βαλκανικής πρέπει να ιδωθεί και να μελετηθεί σε σχέση με την επίσημη αυτοκρατορική πολιτική απέναντί τους. Το σύστημα της ενισχύσεως του φθίνοντος πληθυσμού κάποιας περιφέρειας με εποικισμούς, εκούσιους ή ακούσιους και βίαιους, αποτέλεσε στο Βυζάντιο πρόχειρο μέσο δημογραφικής πολιτικής. Είναι πιθανό ότι οι Βυζαντινοί ενθάρρυναν επιτόπιες κινήσεις των σλαβικών φύλων και διευκόλυναν, ίσως, σε μερικές περιπτώσεις την μονιμότερη εγκατάστασή τους. Όμως όσοι υποστηρίζουν, μονόπλευρα και αποκλειστικά, ότι οι σλαβικές εγκαταστάσεις γίνονταν ειρηνικά και μάλιστα ευνοήθηκαν εξαρχής απ’ το κράτος, βρίσκονται μακριά απ’ την ιστορική αλήθεια. Οι μακροί αγώνες που προηγήθηκαν των εποικισμών, η ηρωϊκή άμυνα της Θεσσαλονίκης, τα σαφή δείγματα των καταστροφών, των δηώσεων και των ανατροπών μαρτυρούν εύγλωττα για το αντίθετο.

Εναντίον των σλαβικών φύλων της Μακεδονίας, εξεστράτευσε για πρώτη φορά ο Κώνστας Β΄, το 656-657: «επεστράτευσεν πολλούς και υπέταξεν», εγκαινιάζοντας έτσι την πολιτική της επέμβασης του βυζαντινού κράτους στις σκλαβηνίες, που θα συνεχιστεί τα κατοπινά χρόνια. Όμως η πολιτική της βυζαντινής αυτοκρατορίας απέναντι στους Σλάβους ενεργοποιείται σημαντικά μετά το 681. Μετά την εμφάνιση της βουλγαρικής απειλής, το κράτος απέβλεψε στην αφομοίωση του ξένου στοιχείου, κυρίως με ανταλλαγές πληθυσμών, με παραχωρήσεις κλήρου έναντι στρατιωτικών υπηρεσιών, αλλά και με βίαια μέτρα, όταν παρουσιαζόταν ανάγκη.

Η εκστρατεία που έκανε ο Κωνσταντίνος Δ΄ εναντίον των Στρυμονιτών και των Ρυγχίνων, προκλήθηκε απ’ το γεγονός ότι αυτοί διενεργούσαν πειρατείες έξω απ’ τον Ελλήσποντο, ζωτική εμπορική και στρατηγική περιοχή της αυτοκρατορίας. Αυτή η εκστρατεία στάθηκε δυνατή, γιατί μόλις είχε λήξει ένας επτάχρονος πόλεμος των Βυζαντινών με τους Άραβες, στα πρόθυρα της πρωτεύουσας. Αργότερα θα γίνουν κι άλλες αυτοκρατορικές εκστρατείες εναντίον των Σκλαβηνιτών της Μακεδονίας, καθώς παίρνονται και διάφορα μέτρα με στόχους την αριθμητική μείωση του σλαβικού στοιχείου και την αύξηση του ελληνικού. Αυτή η συνεχής στροφή της προσοχής του Βυζαντίου προς τη Βαλκανική και ειδικότερα προς τη Μακεδονία, οφειλόταν όχι τόσο σε κάποιες κατά διαστήματα εξεγέρσεις της μιας ή της άλλης σκλαβηνίας- άλλες φορές το κέντρο δεν επενέβαινε ούτε όταν οι Σλάβοι χτυπούσαν τη Θεσ/νίκη- όσο στο νέο παράγοντα, που ήταν η γειτνίαση των Βουλγάρων.

Λίγα χρόνια μετά τον Κων/νο Δ΄, εξεστράτευσε εναντίον των σκλαβηνιών της Μακεδονίας ο Ιουστινιανός Β΄ το 688, αφού προηγουμένως απώθησε τους Βουλγάρους στη Θράκη. Ήδη το 687/88 μετέφερε δυνάμεις ιππικού απ’ τη Μ.Ασία στη Θράκη, με σκοπό, όπως λέει ο Θεοφάνης «τους τε Βουλγάρους και τας Σκλαυϊνίας αιχμαλωτίσαι». Επικεφαλής του στρατού αυτού, άρχισε το έτος 688/89 μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Σλάβων. Μετά τη σύγκρουση με τους Βουλγάρους κινήθηκε προς τη Θεσσαλονίκη «πολλά πλήθη των Σκλάβων ...παραλαβών».

Η πορεία της εκστρατείας αυτής διαφωτίζει στο έπακρο την κατάσταση που επικρατούσε τότε στα Βαλκάνια. Για να φθάσει δηλαδή ο αυτοκράτορας απ’ την Κων/πολη στη Θεσ/νίκη χρειάστηκε να συγκροτήσει ένα στρατό ειδικά για το σκοπό αυτό και να διασχίσει μια περιοχή όπου υπήρχαν αρκετοί Σλάβοι. Η προέλασή του στη Θεσ/νίκη θεωρήθηκε μεγάλη πολεμική επιτυχία. Αντίσταση συνάντησε εκ μέρους ορισμένων Σκλαβηνιών μεταξύ Έβρου και Στρυμόνα, ενώ άλλες παραδόθηκαν ειρηνικά στον αυτοκράτορα. Κατά την παραμονή του στη Θεσ/νίκη ο Ιουστινιανός Β΄ δώρισε μια αλυκή στο ναό του Αγίου Δημητρίου. Οι αιχμάλωτοι και μερικοί απ’ εκείνους τους Σλάβους, που συνθηκολόγησαν, μεταφέρθηκαν στο θέμα Οψικίου, στη Βιθυνία, με την ιδιότητα των γεωργών-στρατιωτών. Ο Ιουστινιανός έδειξε εύνοια στους Σλάβους αυτούς κι αποκάλεσε μάλιστα το στρατιωτικό σώμα που σχημάτισε απ’ αυτούς «λαόν περιούσιον». Η μεταφορά Σλαβικών πληθυσμών της Βαλκανικής στη Μ.Ασία απέβλεπε στην ελάττωση του σλαβικού στοιχείου της Μακεδονίας, Θράκης και των ομόρων περιοχών, και ταυτόχρονα στην ενίσχυση του αγροτικού πληθυσμού του μικρασιατικού χώρου. Το κράτος καινοτόμησε στον τρόπο που οργάνωσε το μετοικισμό. Επέτρεψε να διατηρήσουν οι έποικοι την εθνική ομοιογένεια, για να μην αισθάνονται ξένοι στο νέο κοινωνικό και θρησκευτικό τους περιβάλλον, αλλά διασκόρπισε τις εγκαταστάσεις τους σε μεγάλη έκταση για ν’ αποτρέψει τις δυνατότητες συντονισμένης επαναστατικής εξέγερσης εκ μέρους τους.

Στα πλαίσια της προσπάθειας για την ένταξη των Σλάβων στην πολιτική ζωή του Βυζαντίου, ο Ιουστινιανός Β΄ εμπιστεύθηκε σε Σλάβους τις κλεισούρες του Στρυμόνα για να τις προστατεύουν εναντίον των Βουλγάρων. Πρόκειται για τους Σμολένους ή Σμολεάνους, που ως τότε κατοικούσαν ανατολικά απ’ το Νέστο. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας είδαν τους Βουλγάρους ως εχθρούς. Έτσι δέχονται ν’ αναλάβουν απ’ τη βυζαντινή διοίκηση αποστολές συναφείς με την άμυνα της Μακεδονίας εναντίον των Βουλγάρων.

Στους επόμενους χρόνους η βυζαντινή εξουσία δεν ανέχθηκε από μέρους των Σλάβων επαναστατικές κινήσεις. Αντιμετώπιζε τέτοιου είδους κινήματα στέλνοντας στρατιωτικά σώματα για την καταστολή τους (Κων/νος Ε΄- 759, λογοθέτης του οξέως δρόμου Σταυράκιος- 782-83). Οι Σλάβοι της Μακεδονίας και της Πελοποννήσου, και στις δύο περιπτώσεις νικήθηκαν και υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν νέο ετήσιο φόρο.

Νέα φάση εποικιστικής πολιτικής εγκαινιάζεται στις αρχές του 9ου αι. απ’ τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄ και φαίνεται ότι συνδέεται με την ανανέωση των βουλγαρικών επιθέσεων. Αναφέρεται, πράγματι ότι ο αυτοκράτωρ διέταξε να μεταφερθούν στις σκλαβηνίες του βυζαντινού κράτους βυζαντινοί υπήκοοι απ’ όλα τα θέματα. Η διαταγή, (που ο ιστορικός Θεοφάνης εντάσσει στις λεγόμενες «κακώσεις» του Νικηφόρου Α΄, δηλαδή σε διάφορα δραστικά και γι’ αυτό επαχθή εποικιστικά, οικονομικά και δημοσιονομικά μέτρα που απέβλεπαν στην εξυγίανση της αυτοκρατορικής οικονομίας), όριζε μικρή προθεσμία, από τον Σεπτέμβριο του 809 ως το Πάσχα του 810, και επέβαλλε την αναγκαστική εκποίηση της ακίνητης περιουσίας εκείνων που ήταν υποχρεωμένοι να μεταναστεύσουν. Η διαταγή εκτελέστηκε, παρά τους κλαυθμούς και οδυρμούς των θιγομένων. Στις σκλαβηνίες, όπου εγκαταστάθηκαν οι έποικοι, έλαβαν γαίες με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Σοβαρές ενδείξεις πείθουν ότι το μέτρο αυτό αφορούσε κυρίως το μακεδονικό και θρακικό χώρο και απέβλεπε στην πύκνωση του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής, με στόχο την αποτελεσματική ενίσχυση της άμυνας εναντίον των Βουλγάρων. Πράγματι, λίγο αργότερα, κατά την τρίτη δεκαετία του 9ου αι. και οπωσδήποτε πριν απ’ το 836, μαρτυρείται η ύπαρξη θέματος Θεσ/νίκης. Το γεγονός είναι χαρακτηριστικό της προόδου της αφομοίωσης των σλαβικών φύλων στη Μακεδονία. Η ίδρυση του θέματος προϋποθέτει εσωτερική γαλήνη και ειρήνευση. Πράγματι, η προσοχή του θεματικού στρατού αναμένεται ότι θα είναι αποκλειστικά στραμμένη στους εξωτερικούς εχθρούς, απερίσπαστη από εσωτερικές ταραχές ανυπότακτων στοιχείων. Οι στρατιώτες του θέματος που είχαν λάβει κλήρο απ’ τον αυτοκράτορα ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους, θα ήταν ασφαλώς αυτοί που εποικίστηκαν απ’ τον Νικηφόρο Α΄ στις μακεδονικές σκλαβηνίες. Όμως, σύμφωνα με τις Βυζαντινές συνήθειες, είναι σχεδόν βέβαιο ότι χρησιμοποιήθηκαν και νομιμόφρονες Σλάβοι.

Ο P.Lemerle δίνει, εδώ ακριβώς, τη μεγαλύτερη προσοχή του, σ’ αυτή την άλλη όψη της αντίστασης του Βυζαντίου που λαμβάνει χώρα πίσω απ’ τα σύνορά του και στο εσωτερικό των εδαφών του: την οργάνωση των θεμάτων για την αντιμετώπιση δύσκολων ή επικίνδυνων καταστάσεων. Αυτή η βαθιά μεταρρύθμιση στην επαρχιακή διοίκηση δεν έγινε την ίδια χρονική στιγμή σ’ όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Ακολούθησε μια πορεία ανάλογη με την εμφάνιση του κινδύνου. Και μπορεί να πει κανείς ότι η δημιουργία των θεμάτων της Βαλκανικής σημειώνει σημαντικά βήματα προς τον «επανελληνισμό» της Χερσονήσου.

Το πρώτο θέμα που δημιουργείται στην Ευρώπη είναι το θέμα της Θράκης. Ο Κων/νος Πορφυρογέννητος, αφού πρώτα αναφέρεται στην εποχή κατά την οποία δεν είχε δημιουργηθεί ακόμη, συνεχίζει γράφοντας:

«Αλλά, αφού ο απαίσιος λαός των Βουλγάρων έφτασε και εγκαταστάθηκε στο Δούναβη, ο βασιλιάς εγκατέστησε σ’ αυτή την περιοχή θέμα με στρατηγό λόγω των επιδρομών των Σκυθών και των Βουλγάρων».

Το θέμα της Θράκης, του οποίου μια πρώτη αναφορά βρίσκεται σ’ ένα γράμμα του Ιουστινιανού Β΄ της 17ης Φεβρουαρίου 687, δημιουργήθηκε στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Κων/νου ΙV Πωγωνάτου, ανάμεσα στο 680-685 και η δημιουργία του ανταποκρινόταν στο βουλγαρικό κίνδυνο.

Στο Σλαβικό κίνδυνο ανταποκρίθηκε, λίγο αργότερα, η δημιουργία απ’ τον Ιουστινιανό Β΄ του θέματος της Ελλάδος (πριν το 695). Είναι αλήθεια πως δεν ξέρουμε ποια ήταν τα όρια του θέματος Θράκης προς Δυσμάς, ούτε τα όρια του θέματος της Ελλάδος προς Βορρά.

Για την μεταβατική εποχή του 7ου-8ου αι. δεν μπορεί να ορίσει κανείς με ακρίβεια τα όρια της αρμοδιότητας της αρχαίας praefectura του Ιλλυρικού (Praefectura per Illyricum). Αυτό που είναι σχεδόν σίγουρο, είναι ότι η ύπαρξή της ως διοικητικής ενότητας ήταν απλά θεωρητική, και με την εξαίρεση της Θεσ/νίκης και ίσως μιας στενής λωρίδας απ’ την ακτή της, η υπόλοιπη περιοχή στερούνταν σταθερής διοίκησης. Η προοδευτική επαναφορά της περιοχής σ’ ένα σταθερό διοικητικό καθεστώς θα σημειωθεί με τη δημιουργία καινούριων θεμάτων που θα καλύψουν σιγά-σιγά το έδαφος του παλιού Ιλλυρικού. (Θέμα της Μακεδονίας- πιθανόν ανάμεσα στο 789-802, θέμα της Θεσ/νίκης- αρχές 9ου αι., Θέμα Στρυμόνα- αρχές 9ου αι., τούρμα και μετέπειτα θέμα Βολερού). Με τη δημιουργία τους μια καινούρια περίοδος αρχίζει στην ιστορία των Βαλκανίων.
Μπορεί συνεπώς να λεχθεί ότι απ’ τις αρχές του 9ου αι. είχε σχεδόν πραγματοποιηθεί η στρατιωτικοπολιτική και διοικητική ένταξη στα πλαίσια της αυτοκρατορίας των αποδυναμωμένων πια σλαβικών πληθυσμών της Μακεδονίας και επιπλέον, ότι είχαν τεθεί, χάρη στα δημογραφικά μέτρα που ενίσχυσαν το ελληνοβυζαντινό στοιχείο τα θεμέλια της πολιτιστικής αφομοίωσης των Σλάβων: η τελευταία θα ολοκληρωθεί σχεδόν πριν απ’ το τέλος του 9ου αι. χάρη στον εξελληνισμό (την επικράτηση δηλαδή της ελληνικής γλώσσας) και χάρη στον εκχριστιανισμό όλου του σλαβικού στοιχείου της αυτοκρατορίας κι όχι μόνον των αρχόντων τους, που νωρίς είχαν υιοθετήσει τη γλώσσα, την ενδυμασία, τους τρόπους ζωής, και όπως μας δείχνει η επίκληση προς το Θεό ή τη Θεοτόκο πολλών μολυβδοβούλλων τους, τη θρησκεία των Βυζαντινών. Είναι φανερό ότι η σύσταση επισκοπών στα κέντρα των σλαβικών εγκαταστάσεων (π.χ. επισκοπή Σμολένων το 864), δηλώνει την ευρεία διάδοση του Χριστιανισμού μεταξύ των Σλάβων: η εκκλησιαστική οργάνωση συνδυασμένη με τη θεματική οργάνωση του συνόλου της περιοχής που απ’ τα ανατολικά της Θεσ/νίκης εκτείνεται ως τον Έβρο, αποτελούν αδιάψευστη απόδειξη της ολοκληρωτικής ένταξης των σλαβογενών πληθυσμών στο Βυζάντιο, παρά τις σποραδικές τάσεις για ανταρσία που ποτέ δεν έπαψαν να εκδηλώνουν τα ατίθασα αυτά φύλα προς κάθε οργανωμένη αρχή.

Είναι αυτονόητο, ότι η ένταξη των Σλάβων στη βυζαντινή κοινωνία (η οποία ακολούθησε την αφομοίωσή τους μέσω της διασπάσεως και της τεχνητής αραιώσεως των σλαβικών φυλετικών ομάδων, μέσω της πνευματικής επιδράσεως της εκκλησίας και μέσω της πολιτικοστρατιωτικής και διοικητικής τους απορρόφησης στο κρατικό μηχανισμό- «η κολυμβήθρα του θείου βαπτίσματος τους Σλάβους τω χριστεπώνυμω λαώ συνεμόρφωσε»), αν και συνάντησε κάποιες δυσκολίες λόγω των επαναστατικών τους κινημάτων, επιτεύχθηκε πλήρως και για το λόγο ότι η αντίδραση αυτή ήταν αδύναμη και σποραδική: τους Σλάβους της Ελλάδας χαρακτήριζε πλήρης έλλειψη και των στοιχειωδών ακόμη προϋποθέσεων για τη δημιουργία εθνικής και πολιτικής ενότητας και επομένως οργανωμένης αντιδράσεως κατά της βυζαντινής πολιτικής και του προηγμένου τοπικού στοιχείου. Την εργασία της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού, που επιτελέστηκε, αναφέρει χωρίο των Τακτικών του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού:

«Τοιαύτα δε (τα σλαβικά φύλα)», λέει ο συγγραφέας, «ο ημέτερος εν θεία τη λήξει γενόμενος πατήρ και αυτοκράτωρ Βασίλειος των αρχαίων ηθών έπεισε μεταστήναι και γραικώσας και άρχουσι κατά τον ρωμαϊκόν τύπον υποτάξας και βαπτίσματι τιμήσας, της τε δουλείας ηλευθέρωσε των εαυτών αρχόντων και στρατεύεσθαι κατά των Ρωμαίοις πολεμούντων εθνών εξεπαίσευσεν, ούτω πως επιμελώς περί τα τοιαύτα διακείμενος».

Με την ένταξη των Σλάβων στη βυζαντινή κοινωνία, δημιουργήθηκαν συνθήκες ειρήνης και ευμάρειας για την περιοχή της Μακεδονίας, απ’ τις οποίες επωφελήθηκε, κατά κύριο λόγο, η Θεσ/νίκη. Η μακεδονική μεγαλούπολη γνωρίζει, έτσι, μια νέα περίοδο ακμής, που αρχίζει απ’ τα μέσα του 9ου αι. και συνεχίζεται αδιάλειπτα, σχεδόν, μέχρι τη φραγκική κατάκτηση.

Στο ζήτημα της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού των Σλάβων, μεγάλο χώρο καταλαμβάνει η εξέταση των γλωσσικών καταλοίπων των Σλάβων στην Ελλάδα, που ήδη απ’ το 19ο αι. τα χρησιμοποίησε ο Fallmerayer για να αποδείξει τον πλήρη «εκσλαβισμό» του ελληνικού χώρου.

Τις γλωσσικές επιδράσεις των Σλάβων διακρίνουμε σε τρεις κατηγορίες: α)στη γραφομένη λόγια ελληνική γλώσσα, β) στη λεξιλογική επίδραση επί της ομιλουμένης ελληνικής και γ) στα τοπωνύμια. Όσον αφορά στην πρώτη κατηγορία, ο Fallmerayer είχε υποστηρίξει ότι η απώλεια και η ανάλυση του απαρεμφάτου οφείλονταν στην επίδραση των σλαβικών γλωσσών, ενώ άλλοι ερευνητές, ο Miklosich και ο W.Meyer απέδωσαν το φαινόμενο, ο πρώτος σε αλβανική και ο δεύτερος σε ιλλυρική επιρροή. Οι παλιές αυτές πλάνες ανατράπηκαν με τη δημοσίευση εργασιών, όπως της πραγματείας του D.Hesseling. Αποδείχτηκε έτσι, ότι «η απώλεια του απαρεμφάτου στην ελληνική εξηγείται δια των γλωσσικών φαινομένων, τα οποία μας αποκαλύπτει η μελέτη της γλώσσας αυτής καθ’ εαυτήν» και ότι «το φαινόμενο της αποβολής του απαρεμφάτου έχει τις ρίζες του στη γλώσσα των πρωτοχριστιανικών χρόνων κι ότι επομένως λανθασμένα αποδίδεται σε σλαβική επίδραση».

Όμως μεγαλύτερη προσοχή αξίζουν τα σλαβικά δάνεια της νεότερης ελληνικής, δάνεια αποκλειστικά λεξιλογικά. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σημαντικός, γιατί ο απλός δανεισμός μερικών λέξεων που διαμορφώνονται στα φωνητικά και γραμματικά πλαίσια της γλώσσας, είναι αναπόφευκτος σε λαούς που άσκησαν πνευματική επιρροή και ήρθαν σε επικοινωνία με αλλόγλωσσες εθνικές ομάδες.

Η κατά κατηγορίες ταξινόμηση των λεξιλογικών δανείων, κατά τον Meyer, δείχνει ότι οι σλαβικές λέξεις που εισαχθήκανε στη νέα ελληνική αναφέρονται στο μεγαλύτερο μέρος τους στον καθημερινό βίο αγροτικών και ποιμενικών πληθυσμών. Σπάνια, επίθετα δηλώνουν ψυχικές ιδιότητες του ανθρώπου και καμιά σλαβική λέξη δεν δηλώνει αφηρημένες έννοιες. Η παρατήρηση αυτή είναι ενδεικτική της πνευματικής στάθμης των σλαβικών πληθυσμών και του βαθμού της επίδρασής τους. Αν, απ’ την άλλη μεριά, κατανείμουμε τα σλαβικά λεξιλογικά δάνεια κατά γεωγραφικές ενότητες, θα έχουμε, κατά τον G.Meyer πάντα, την ακόλουθη στατιστική εικόνα : Ήπειρος 95, Θεσσαλία 36, Μακεδονία 43, Θράκη 31, Στερεά, Πελοπόννησος και νησιά 31. Αυτή η κατανομή οδηγεί σε σπουδαία μεθοδολογικά και ιστορικά συμπεράσματα. Θα ήταν φυσικό να περιμένουμε περισσότερες γλωσσικές επιδράσεις σε ορισμένες περιοχές της Μακεδονίας και στη Θράκη, κυρίως στη Ροδόπη. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των λεξιλογικών δανείων εντοπίζεται στην Ήπειρο, όπου, κατά τους πρώιμους τουλάχιστον χρόνους, οι σλαβικές εγκαταστάσεις δεν ήταν πυκνές. Όπως σωστά παρατήρησε ο Gaster πολλές σλαβικές λέξεις μεταδόθηκαν στη νέα ελληνική έμμεσα μέσω τρίτων, μη σλαβικών φορέων, όπως οι Αλβανοί και οι Βλάχοι. Επομένως η στιγμή κατά την οποία κάθε δανεισμένη λέξη μπήκε στην ελληνική γλώσσα, είναι ανάγκη να καθορίζεται είτε μέσα απ’ τα ελάχιστα γραπτά μνημεία που έχουν σωθεί, είτε με τη φωνητική μελέτη των λέξεων και τη βοήθεια της συγκριτικής γλωσσολογίας. Δηλαδή για να εκτιμηθούν σωστά τα γλωσσικά κατάλοιπα των Σλάβων πρέπει το γλωσσικό υλικό να γίνει πλήρως γνωστό και να εξεταστεί συγκριτικά προς τις άλλες, σλαβικές και μη γλώσσες της Χερσονήσου του Αίμου. Πάντως, κατά τον Vasmer, «αντίθετα προς τις δοξασίες του Fallmerayer, η νεοελληνική γλώσσα ελάχιστα υπέστη την σλαβική επίδραση».

Την τρίτη κατηγορία γλωσσικών καταλοίπων, τα τοπωνύμια, χρησιμοποίησε κυρίως ο Fallmerayer για να στηρίξει τη θεωρία του περί διασπάσεως της ελληνικής παραδόσεως. Όμως αν εξετάσουμε το Βόρειο τμήμα της Βαλκανικής, το οποίο αποτέλεσε τον κατεξοχήν χώρο δράσεως των σλαβικών φύλων, θα παρατηρήσουμε ότι τα φύλα αυτά, ιδίως όσον αφορά στα προσλαβικά αστικά κέντρα, επέδειξαν πρωτοφανή δυσχέρεια στη γεωγραφική μετονομασία τους. Γι’ αυτό, σειρά ολόκληρη μεγάλων αστικών κέντρων φέρει ακόμη και σήμερα παλαιά ελληνικά, ρωμαϊκά, Θρακοϊλλυρικά ή και κελτικά ονόματα (π.χ. Ναϊσσός- Nisch, Αυγούσται- Οgost, Βονωνία- Vidin, Ulpiana- Lipljan, Dorostolum, Δορόστολον- Δρίστρα- Silistria κ.τ.λ.).

Όσον αφορά τις νοτιότερες ελληνικές περιοχές, το θέμα των τοπωνυμιακών καταλοίπων είναι περισσότερο πολύπλοκο. Εδώ πρέπει να γίνει διάκριση των σλαβικών τοπωνυμίων σε δύο κατηγορίες: στα τοπωνύμια, των οποίων φορείς ήταν οι Σλάβοι έποικοι, «τα οποία αυτοί επέβαλλαν και τα οποία, μόνα αντιπροσωπεύουν την πραγματικήν, την ιστορικώς απηκριβωμένην και ουσιαστικήν επίδρασιν του σλαβικού στοιχείου εις την ονοματολογίαν της ελληνικής χώρας» (π.χ. Αράχωβα, Ζαγορά, Χελμός, Νεζερός κ.τ.λ.), και τα τοπωνύμια, τα οποία αποτελούν δευτερογενείς σχηματισμούς και δεν έχουν καμιά σχέση με το αρχικό εποικιστικό στοιχείο. Αυτά πλάσθηκαν απ’ τους Έλληνες σύμφωνα με τους φωνητικούς και μορφολογικούς κανόνες της ελληνικής γλώσσας(π.χ. Βάλιος, Ασπρόβαλτος, Μεσολόγγι, Παραλογγοί, Στάνη, Παλιοστάνη κ.τ.λ.). Αυτά τα τελευταία, μολονότι, προέρχονται από λέξεις σλαβικής προελεύσεως, δεν έχουν καμιά αποδεικτική σημασία, και καταχρηστικά και αντεπιστημονικά χαρακτηρίζονται σα σλαβικές.

Ο ιστορικός πρέπει να κάνει πολύ προσεκτική χρήση των στατιστικών δεδομένων προκειμένου να προβεί στη διατύπωση γενικότερων συμπερασμάτων, γιατί οι απόλυτες στατιστικές παρατηρήσεις παρουσιάζουν μονομέρεια και απλοϊκή ενατένιση των προβλημάτων με κίνδυνο παρερμηνείας των ιστορικών φαινομένων. Η στατιστική στην ιστορία τότε μόνο μπορεί να δώσει σαφείς εικόνες και να ερμηνεύσει ικανοποιητικά ιστορικές καταστάσεις, όταν λαμβάνονται ανά πάσαν στιγμήν υπ’ όψιν οι ιδιότητες του εξεταζομένου αντικειμένου. Πιο συγκεκριμένα, ο ιστορικός που εξετάζει από στατιστική άποψη το τοπωνυμικό υλικό, οφείλει πριν προβεί στη διατύπωση γενικότερων σκέψεων, να εξετάσει: α)αν το υλικό αυτό κατανέμεται κατά προτίμηση στις ορεινές, στις πεδινές ή στις παράλιες περιοχές. β) την σπουδαιότητα των συνοικισμών που δηλώνονται με τα ξενικά ονόματα, κι αυτό όχι μόνο στη βάση των σημερινών δεδομένων, αλλά ιστορικά, γιατί συνοικισμοί, οι οποίοι κατά τον Μεσαίωνα ήταν ασήμαντοι, εξελίχθηκαν συν τω χρόνω, σε αστικά κέντρα, και γ) εάν τα ξενικά ονόματα δόθηκαν απ’ τους εποίκους σε τόπους ακατοίκητους πριν, ή αντίθετα εξετόπισαν παλιότερα ελληνικά ονόματα.

Έχοντας κατά νου όλες τις παραπάνω επιφυλάξεις για τις στατιστικές μεθόδους και μετά από βαθιά μελέτη του τοπωνυμιακού υλικού, μπορεί κανείς να πεισθεί ότι οι συνοικισμοί της Ν.Ελλάδας, που δηλώνονται με σλαβικά ονόματα ήταν κατά κανόνα και εξακολουθούν να είναι ασήμαντοι αγροτικοί και ποιμενικοί σταθμοί. Υπάρχουν βέβαια ελάχιστες εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα: τα Βοδενά, η Βοστίτσα, τα Γρεβενά, το Ζητούνι (Λαμία). Επιπροσθέτως, ο Vasmer υποστηρίζει, με βάση στατιστικά δεδομένα, ότι η ανατολική Ελλάδα, υπέστη μικρότερη σλαβική επίδραση απ’ τη δυτική. Στην Πελοπόννησο η Κόρινθος και ιδιαίτερα η Αργολίδα πλήγησαν ελάχιστα απ’ τις σλαβικές επιδρομές, στην Στερεά Ελλάδα η Αττική και η Βοιωτία. Όπου οι ακτές ήταν προσφορότερες για απόβαση, όπως στην Ανατ. Θεσσαλία, εκεί κατά πάσα πιθανότητα, οι Σλάβοι απωθήθηκαν ευκολότερα. Επίσης διέμειναν περισσότερο στους απομακρυσμένους απ’ τη θάλασσα ορεινούς όγκους, εφ’ όσον κατόρθωσαν να εισχωρήσουν σ’ αυτές τις περιοχές. Σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η ασθενής σλαβική επίδραση στην ονοματολογία της Εύβοιας, της Μαγνησίας, της Λάρισας, η οποία εξαίρεται ιδιαίτερα συγκρινόμενη με την ονοματολογία των Τρικάλων-Καρδίτσας, καθώς και τα πολλά σλαβικά ονόματα της Αρκαδίας και του Ταϋγέτου.

Το πρόβλημα των σλαβικών γλωσσικών καταλοίπων συνδέεται και εγείρει ένα άλλο πρόβλημα: το ποιοί ήταν οι Σλάβοι που κατέβηκαν στην Ελλάδα και σε ποια απ’ τις μεγαλύτερες σλαβικές ομάδες ανήκαν. Για τα σλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές χώρες, γνωρίζουμε δυστυχώς μόνο μερικά σποραδικά ονόματα. Έτσι δεν μπορούμε, μέσα απ’ αυτά, να οδηγηθούμε σε γενικότερα συμπεράσματα όσον αφορά στην ένταξη των σλαβικών αυτών φύλων σε κάποιο μεγαλύτερο κλάδο της σλαβικής οικογένειας. Τα ονόματα αυτά είναι ελληνικής ή άγνωστης, μη σλαβικής πάντως, προελεύσεως (Στρυμονίται, Ρήχιοι, Σαγουδάτοι) ή συνδέονται με λέξεις που αναφέρονται στο φυσικό περιβάλλον (Εζερίται απ’ το ezero λίμνη), και σε φαινόμενα κοινωνικά (Δρογουβίται απ’ το drugavati), ή τέλος είναι αμφισβητούμενης ετυμολογίας και καταγωγής.

Λόγω της έλλειψης συγκεκριμένων ιστορικών τεκμηρίων ή αρχαιολογικών ευρημάτων, μόνο η φωνητική και μορφολογική έρευνα των τοπωνυμίων που διασώθηκαν, είναι δυνατόν να συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων. Σύμφωνα μ’ αυτή, οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές περιοχές υπάγονται στη νότια ομάδα που περιλαμβάνει τους Σλοβένους, τους Κροάτες, τους Σέρβους και τους εκσλαβισθέντες γλωσσικά Βουλγάρους. Σε αντίθεση με την παλιότερη θεωρία του Kopitar, που δεχόταν ότι οι πρώιμοι Σλάβοι που κατέβηκαν προς τον Δούναβη αποτελούσαν αρχικά ενιαία φυλετικά ομάδα που διασπάστηκε εκ των υστέρων, η νεότερη φιλολογική σχολή υποστηρίζει ότι τα σλαβικά αυτά φύλα έφεραν εξ αρχής τα στοιχεία της διαφοροποίησης. Έτσι, πολύ νωρίς, στην οικογένεια των Νοτίων Σλάβων διαμορφώθηκαν τρεις κλάδοι που τους χαρακτήριζε γλωσσική ιδιορρυθμία: οι Σλοβένοι, οι ΣερβοΚροάτες και οι Σλάβοι του Αίμου, που είναι γνωστοί με το άσχετο προς τη Σλαβική οικογένεια όνομα των Βουλγάρων.

Ο έβδομος βυζαντινός αιώνας υπήρξε αιώνας μεγάλων αλλαγών, μεταρρυθμίσεων και αγώνων. Πανίσχυρες αυτοκρατορίες εξαφανίζονται (Περσία) ή παύουν ν’ απειλούν το Βυζάντιο (Αβαρική Αυτοκρατορία). Όμως νέοι κίνδυνοι εμφανίζονται. Νέες εθνότητες, νέοι λαοί (Σλάβοι) απειλούν τώρα το Βυζάντιο. Κατορθώνοντας την αφομοίωση και τον εκβυζαντινισμό τους, το Βυζάντιο ανανεώνεται σημαντικά και βγαίνει μέσα απ’ τις προσπάθειές του ενδυναμωμένο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Σλάβοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανανέωση του βυζαντινού κράτους, κατά τον έβδομο αιώνα. Η συμβολή τους όμως δεν συνίσταται στην ειρηνική τους διείσδυση και στην εισαγωγή εκ μέρους τους μιας δήθεν ειδικής σλαβικής κοινοτικής οργανώσεως στο Βυζάντιο, όπως πολλές φορές υποστηρίχθηκε με βάση μια σειρά από λαθεμένα συμπεράσματα, αλλά στην ανανέωση της αποδυναμωμένης αυτοκρατορίας με νέες δυνάμεις, αφού οι έποικοι «στρατιώτες» και οι ανεξάρτητοι γεωργοί των βυζαντινών θεμάτων περιλαμβάνουν τώρα και Σλάβους. Ο Lemerle τονίζει τη σημασία της δημογραφικής ζυμώσεως (bouleversement demographique), η οποία άρχισε στο Βυζάντιο τον 7ο αι. με την εμφάνιση των Σλάβων. Κι αυτή η δημογραφική ζύμωση και στη συνέχεια η πλήρης ένταξη των Σλάβων της Ελλάδας στο διοικητικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποδεικνύουν, με τον καλύτερο τρόπο, τον δυναμισμό της λειτουργίας της, αλλά και της πολιτιστική της ανωτερότητα.

Για τη νεότερη ιστορική έρευνα και επιστήμη, η οποία προ πολλού υπερέβη τα όρια της στενής ερμηνείας των κειμένων με τη βοήθεια άλλων επιστημών(στην προκειμένη περίπτωση, της Εθνολογίας και της Ανθρωπολογίας), το «Σλαβικό ζήτημα» δεν υφίσταται πλέον. Η Ελλάδα υπέστη επανειλημμένα επιδρομές και δηώσεις από επήλυδες λαούς, γι’ αυτό είναι βέβαιο ότι λείψανά τους (στην προκειμένη περίπτωση γλωσσικά και κυρίως λεξιλογικά) συνεχίζουν να υπάρχουν, καθώς και, λόγω της επιμιξίας, ελαφρές κρανιολογικές αλλοιώσεις. Όμως η εθνική υπόσταση των λαών δεν έγκειται στις κρανιολογικές μετρήσεις αλλά στην ενότητα της συνειδήσεως. Άλλωστε, ο βαθμός της αγνότητας μιας ανθρώπινης φυλής είναι, κατά πρώτιστο λόγο, απόρροια της γεωγραφικής της απομόνωσης, γεγονός το οποίο δεν προσιδιάζει στην πολυκύμαντη ελληνική ιστορία. Η βαθμιαία μετατροπή των ανθρωπολογικών φυλών σε εθνικές ομάδες, δηλαδή σε λαούς και έθνη, σημαίνει ότι η φυσική ενότητα της ανθρωπότητας, εάν ποτέ υπήρξε, αντικαθίσταται απ’ την ψυχική και πνευματική ενότητα μεταξύ των λαών.

Στους ψυχικούς και πνευματικούς αυτούς παράγοντες στήριξε και το Βυζάντιο την εκπολιτιστική του δράση και την αφομοιωτική του δραστηριότητα έναντι των Σλάβων. Με την κοινή παιδεία και την κοινή πίστη παρασκεύασε τα πλαίσια για την επιρροή του, για την ακτινοβολία του ελληνικού του πολιτισμού.

«Μεταξύ δυο ηπείρων», λέει ο A.Rambaud, «η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται σαν ζωντανός βλαστός ανάμεσα σε δυο κοτυληδόνες: αφομοιώνει, κατεργάζεται και μεταπλάσσει τα ετερόκλητα στοιχεία των επαρχιών της Ασίας και της Ευρώπης. Στους κόλπους της προσφεύγουν τυχοδιώκτες και από τη Δύση και απ’ Ανατολή. Σε μικρό χρονικό διάστημα τους μεταβάλλει σε Έλληνες: Λησμονούν τα βάρβαρα ιδιώματά τους και αποδέχονται τη γλώσσα του Βυζαντίου, οι ειδωλολατρικές τους προλήψεις υποχωρούν μπροστά στην Ορθοδοξία του. Το βυζάντιο τους δέχεται άξεστους, βάρβαρους και τους αποδίδει στους δρόμους της τεράστιας αυτοκρατορίας του, εγγράμματους, σοφούς, θεολόγους, ικανούς διοικητές και εύστροφους κρατικούς λειτουργούς».

Σύμφωνα μ’ αυτό το πνεύμα, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα λύνει το «Σλαβικό ζήτημα», βάσει της αφομοίωσης και του Εκβυζαντινισμού των Σλάβων της Ελλάδας, συγκαταριθμώντας το γεγονός αυτό στα επιτεύγματα του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.









Βιβλιογραφία



1) Ν.Βέης, Εγκ.Λεξ.Ελευθερ. άρθρο περί Βυζαντινής αυτοκρατορίας, τ. 3ος, σελ.604, στήλη 6.

2) N.Jorga, Epoque et caractθre de l’ etablissement des Slaves dans la Pιninsule des Balkans, Revue Historique du Sud-Est europιen, τ. 7(1930), σελ.17.

3) Προκόπιος, Ανέκδοτα, έκδ. Βόννης, Γ΄,σ. 108.

4) Μένανδρος ο Προτήκτωρ, Historici Graeci Minores II, σελ. 98,99.

5) Tafrali, Thessalonique des origines au XIV siθcle, σελ. 98-99.

6) Schonfelder, Joannes von Ephesus, Kirchengeschichte, μτφρ. I.Schonfelder, Munchen 1862.

7) Payne Smith, Oxford, 1860.

8) W.J.von Douven και J.P.N.Land (Joannis Episcopi Ephesi Commentarii de beatis Orientatibus, Amsterdam 1889).

9) Charanis, Studies on the Demography of the Byzantine Empire, London 1972.

10) A.Bon, Le Pιloponnθse byzantin jusqu’ en 1204, Paris 1951.

11) Θεοφάνης (έκδ. de Boor) 347,6, 348. 18.

12) Μichael Graebler, The Slavs in Byzantine Population Transfers of the Seventh and Eighth centuries. Etudes Balkaniques 11 (1975) 45,50.

13) Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Μακεδονία, 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 257.

14) G.Ostrogorsky, Ιστορία (ελλην. μτφρ.)τ. 1ος σ. 262.

15) Μάρθα Γρηγορίου-Ιωαννίδου, Η εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄ κατά των Βουλγάρων και Σλάβων.

16) A.A.Vasiliev, An Edict of Justinian II. September 688, Speculum 18 (1943).

17) Henri Grιgoire, Un ιdit de l’empereur Justinien II, date de Septembre 688, Byzantion 12 (1944-1945) 119-124α.

18) Στ.Κυριακίδου, Τρεις διαλέξεις (Α: Ιστορική τοιχογραφία της Εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου), Θεσ/νίκη 1953, 9-11 (Μακεδονική Λαϊκή Βιβλιοθήκη,13. Δημοσιεύματα της εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών).

19) A.A.Vasiliev, L’ entrιe triomphale de l’ empereur Justinien II a Thessalonique en 688, Orientalia Christiana Periodica XIII, nr, I-II, Roma 1947, 355-368 (Απόσπασμα απ’ τα Miscellanea Guiliaume de Jerphanion I).

20) P.Charanis, The Slavic Element in Byzantine Asia Minor, Byzantion 18 (1948) 70.

21) Πορφυρογέν., Περί Θεμάτων (έκδ. Α.Pertusi, Studi e testi, αρ. 160, Citta del Vaticano 1952), σ. 88-89.

22) Ahrweiler H., Μακεδονία 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 274.

23) Στ. Κυριακίδου, Βυζαντιναί Μελέται II-V, 392 και 394/5.

24) F.Dvornik, La vie de Saint Grιgoire le Decapolite et les Slaves macιdoniens au IXe siθcle, Paris 1926, 36, 62, 63.

25) E.W.Brooks, Arabic Lists of the Byzantine Themes, Journall of Hellenic studies 21 (1901) 66-67.

26) Johannes Irmscher, Die Begrόndung des Themas Thrake, Studia Balkanica, 10, Sofia 1975, 101-103.

27) J.B.Bury, Imperial Administrative System in the Ninth Century, London 1911, 41 κ.ε. (The British Academy Supplemental Papers, I).

28) Κ.Αμάντου, Βολερόν, Ελληνικά 2 (1929) 124-126.- του ίδιου, Βόλος-Βολερόν, Ελληνικά 7 (1934) 267-270. Η λέξη σημαίνει ιχθυώδη τόπο.

29) Ιωάν. Καμενιάτης, (έκδ. Βόννης) 499.

30) V.Tapkova-Zaimova, Sur les rapports entre la population indigθne des rιgions Balkaniques et les “barbares” au VIe-VIIe siθcle, Byzantinobulgarica I (1962), σ.117 και υποσημ. 26.

31) Migne, Patrologia Graeca, τ. 107, στ. 909.

32) Fr.Miklosich, Die Slavischen Elemente im Neugriechischen, Sitzungs berichte der Phil-hist. Classe der Kais. Akademie der Wissenschaften, Βιέννη, 1870, σ. 534-535.

33) Portius S., Grammatica linguae grecae vulgaris, έκδ. W.Meyer, Paris 1889, σ. 185.

34) D.Hesseling, Essai historique sur l’infinitif grec, εν J.Psicharis, ιtudes de Philologie nιo-grecque, Paris 1892, σ. 1-44.

35) G.Weigand, Die Wiedergabe der slavischen Laute in der Ortsnamen des Peloponnes, Balkan-Archiv, τ.4(1928) σ.1 κ.ε.

36) Lampsides, Georges Chrysococcis, le Mιdecin et son oeuvre, Byzantinische Zeitschrift, τ.38 (1938), σ. 320-322.

37) Chr.Gerard, Les Bulgares de la Volga et les Slaves du Danube, Παρίσι 1939, σελ. 91.

38) H.Berr, En marge de l’ Histoire Universelle, Paris 1934, σ. 95-96.

39) Φ.Μαλιγκούδης, Οι Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα ό.π., σ. 101.

40) Αμάντου Κωνσταντίνου, Μακεδονικά. Συμβολή εις την μεσαιωνικήν ιστορίαν και εθνολογίαν της Μακεδονίας, Αθήναι 1920.

41) Αμάντου Κων., Σκλάβοι, Σκλαβησιάνοι και βάρβαροι.

42) Διομήδη Αλεξάνδρου Ν., Βυζαντιναί Μελέται Β΄. Αι Σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα και η πολιτική του Βυζαντίου, Αθήναι 1946.

43) Ζακυθηνού Διονυσίου Α., Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήναι 1945.

44) Θεοχαρίδου Γ. Ι., Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους (285-1354), Μακεδ.Βιβλιοθήκη 55, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσ/νίκη 1980.

45) Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, Συμβολή εις την χρονολόγησιν των Αβαρικών και σλαβικών επιδρομών επί Μαυρικίου (582-602), εν Αθήναις 1970 (Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρον Βυζαντινών Ερευνών. Σύμμεικτα, τόμ.Β΄).

46) Χρυσανθοπούλου Επαμεινώνδα, Τα βιβλία θαυμάτων του Αγ.Δημητρίου, το Χρονικό της Μονεμβασιάς και αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα. Ιστορική μονογραφία, Αθήναι 1958 (ανάτυπον ΚΔ΄-ΚΗ΄, 1953-1957).

47) Στράτος Α.Ν., Το Βυζάντιον στον Ζ΄αιώνα, τ.Α΄602-626, Β΄626-634, Γ΄634-641, Αθήνα 1965, 1966, 1969.

48) Charanis Peter, On the question of the Slavonic Settlements in Greece during the Middle Ages, Byzantinoslavica 10,1, Prague 1949, 254-258.

49) Charanis P., On the Slavic Settlement in the Peloponnesus, BZ 46 (1953) 91-103.

50) Charanis P., Ethnic Changes in the Byzantine Empire in the seventh Century, DOP 13 (1959) 25-44.

51) Charanis P., Observations on the History of Greece during the Early Middle Ages, Balkan Studies 11,1 (1970) 1-34.

52) Charanis P., Kouver, the Chronologie of his Activities and their Ethnic Effects on the regions around Thessalonica, Balkan Studies 11, (1970) 229-247.

53) Dvornik F., The Slavs, their Early History and Civilisation, Boston 1956 (American Academy of Arts and Sciences).

54) Lemerle P., La composition et la chronologie des deux premiers livres des Miracula S. Demetrii, BZ 46 (1953) 349-361.

55) Lemerle P., Saint-Demetrius de Thessalonique et les problθmes du martyrion et du transept, BCH 77 (1953) 660-694.

56) Lemerle P., Invasions et migrations dans les Balkans depuis la fin de l’ιpoque romaine jusqu’ au VIIIe siθcle, Revue Historique 211 (1954) 265-308 (Presse Universitaires de France).

57) Lemerle P., Esquisse pour une histoire agraire de Byzance : Les sources et les problθmes, Revue Historique 2/9 (1958), τευχ. Ιαν.-Μαρτίου, 32-74, Απριλ.-Ιούν., 254-284, Ιούλ.- Σεπτ. 43-94.

58) Lemerle P., La chronique improprement dite de Monemvasie: Le contexte historique et lιgendaire, Revue des Etudes Byzantines 21 (1963) 5-49.

59) Niederle Lubor., Manuel de l’antiquitι Slave, I-II, Paris 1923-1926.

60) Ostrogorsky Georg., The Byzantine Empire in the World of the seventh Century, D.O.P. 13 (1959) 3-21.

61) Rambaud A., L’empire grec au Xe siθcle. Constantin Porhyrogenete. Paris 1870.

62) Vasmer Max., Die Slawen in Griechenland, Abh.der Preus. Akad.der Wissenschaften, Phil-Hist, Klasse, 12, Berlin 1941.


Δημήτρης Μερκούρης

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΤΙΚΡΥ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ

Κώστα Ρωμαίου
Ανάμεσα στην Ελληνική Μακεδονία —δηλαδή τη μόνη Μακεδονία— και τη Νότια Γιουγκοσλαβία συμβαίνουν κάθε τόσο μερικά περίεργα πράγματα, που αφορούν κυρίως την άμεση σχέση μερικών πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων.

Α’
Θα αναφέρω ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Ο παριστάμενος σήμερα εδώ στο Συνέδριο μουσικολόγος Παντελής Καβακόπουλος που κατά το παρελθόν έχει συγκεντρώσει αυτοπροσώπως εκατοντάδες μελωδιών και δημοτικών τραγουδιών από πολλούς ελληνικούς τόπους, με είχε πληροφορήσει κατά το 1961, έπειτα από επιτόπια έρευνά του στην περιοχή της Φλώρινας, για τα ακόλουθα: Ότι σε Έλληνες της Μακεδονίας, που επέστρεφαν τότε από τα Σκόπια προς τη Φλώρινα, πριν περάσουν τα σύνορα τους έδιναν ως δήθεν δώρο κάποιες φωτογραφίες που συγχρόνως ήσαν και πλαστικοί μουσικοί δίσκοι, με οργανικές μελωδίες οι οποίες ήσαν γνωστές και στην ελληνική Μακεδονία.
‘Όπως θα εξηγήσει στη συνέχεια και ο ίδιος ο κ. Καβακόπουλος, οι οργανικές εκείνες και άλλες μελωδίες είναι αποκλειστικά ελληνικές ως προς την καταγωγή των αρχαίων προσωδιακών μέτρων που χρησιμοποιούν. Οι μουσικές αυτές κλίμακες έχουν διαδοθεί και επιβληθεί σε ορισμένες βαλκανικές Χώρες ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους. Αυτό όμως το άγνωστο συμπέρασμα της καταγωγής των μελωδιών δεν εμπόδιζε τους «ειδικούς» των Σκοπίων να τις θεωρούν ως αποκλειστικά δικές τους, οι οποίες ήσαν δήθεν και στην Ελληνική Μακεδονία. Φυσικά συμβαίνει το αντίστροφο, από το Βυζάντιο δηλαδή και τη βυζαντινή και νεώτερη Μακεδονία οι μουσικοί εκείνοι ρυθμοί και τα αρχαία μέτρα επήγαν και στην περιοχή των Σκοπίων.
Από τον κ. Π. Καβακόπουλο όμως έμαθα τότε και κάτι άλλο, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό: ‘Ότι μέσα στα τραγούδια και τις οργανικές μελωδίες που χρησιμοποιούσαν και αναμετέδιδαν τα Σκόπια, ήταν και η οργανική μελωδία που συνοδεύει το τραγούδι «Στη’ κεντημένη σου ποδιά, μωρ’ βλάχα, / μωρ’ βλάχα, βλαχοπούλα, / μικρή •τσελιγκοπούλα».
Το τραγούδι τούτο στην Ελλάδα χορεύεται με συρτό χορό, ο οποίος
—ειδικά σ’ αυτό το τραγούδι— κυριαρχείται από μιαν ιδιαίτερη ευθυμία και αισιοδοξία. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, πρόκειται για ένα τραγούδι πασίγνωστο σ’ όλο τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας μας έως το Ταίναρο. Πρόκειται δηλαδή για ένα τραγούδι αποκλειστικά ελληνικό. Γνωρίζω πολύ καλά ότι σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο οι κάτοικοι το τραγούδι αυτό το τραγουδούσαν και το χόρευαν πολύ συχνά, τουλάχιστον από τον περασμένο αιώνα. Ιδίως στην Αρκαδία —και για την Πελοπόννησο οι ορεσίβιοι Αρκάδες βοσκοί στα χειμαδιά τους ήδη προ του 1821 απεκαλούντο ως οι κατ’ εξοχήν «βλάχοι»— το τραγούδι τούτο ήταν και εξακολουθεί να είναι από τα πιο δημοφιλή.
Οι των Σκοπίων όμως, επειδή το τραγούδι αυτό χορευόταν πολύ συχνά στην Ελληνική Μακεδονία, και επίσης επειδή η μελωδία του είναι ιδιαίτερα ευχάριστη, αποφάσισαν να το ιδιοποιηθούν. Στην αρχή περιορίσθηκαν μόνο στο οργανικό μέλος. Πιθανότατα είχαν διαπιστώσει ότι, εάν μεταφράσουν και τα λόγια του τραγουδιού, τότε θα παρουσιάζονταν ορισμένες δυσκολίες. Ποιους βλάχους εννοούν; Τους ‘Έλληνες βοσκούς γενικά πάνω σε όλα τα ελληνικά βουνά έως και τον Ταΰγετο;
Επήραν λοιπόν μόνο την οργανική μελωδία, επειδή η ίδια κυκλοφορούσε και στην Ελληνική Μακεδονία, άφησαν όμως για κάποτε άλλοτε τους προβληματικούς ελληνικούς στίχους με το σημασιολογικό περιεχόμενο του τραγουδιού. Ίσως, κάποτε αργότερα, θα μπορούσε να προκύψει κάποιο ικανοποιητικό έμμετρο κείμενο και στη νέα γλώσσα των Σκοπίων, που θα μπορούσε να προσαρμοσθεί στη μελωδία.
Αυτό το ανωτέρω γεγονός, που είναι απόλυτα εξακριβωμένο ότι έχει συμβεί, —και έχει συμβεί παρόμοιο και με αρκετά άλλα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, όπως ο κ. Καβακόπουλος με εβεβαίωσε — μπορεί να μας αποβεί ιδιαίτερα χρήσιμο. Μας αποκαλύπτει τον τρόπο, με τον οποίο έχουν αποφασίσει να προχωρούν οι άνθρωποι των Σκοπίων, επιδιώκοντας να θεμελιώσουν ιστορικά και πολιτιστικά κάποια παράδοση στον τόπο τους και να σχηματίσουν αντίστοιχα τα χαρακτηριστικά της νέας τους ταυτότητας που ιδίως από το 1945 επιζητούν να την καθιερώσουν.
Στην Αθήνα, πριν εικοσιπέντε περίπου χρόνια μαθαίναμε ότι στα Σκόπια, στα επιστημονικά τους γραφεία τα αντίστοιχα με τα δικά μας ερευνητικά
Κέντρα της Ακαδημίας Αθηνών, εργάζονταν ή γενικά υπηρετούσαν τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από εμάς. Μαζί με την έκπληξή μας για τον θρίαμβο των αριθμών των απασχολουμένων ανθρώπων, απορούσαμε και ως προς το ποία θέματα ήταν δυνατόν να υπάρχουν, που να χρειάζονται να απασχολούν τόσους πολλούς.
Εκ των υστέρων όμως εξηγούνται πολλά από όσα γίνονταν και γίνονται.
‘Έπρεπε όλοι εκείνοι και άλλοι ακόμη «να καθαρίσουν» το παλαιό, φτωχό και ανάμεικτο γλωσσικό ιδίωμα. που ο λαός μιλούσε, και να το μεταμορφώσουν σε μια τεχνητή γλώσσα με νέες προοπτικές και δυνατότητες. Φυσικά, έπρεπε επίσης να δημιουργήσουν αντίστοιχα όλο και κάποιες ικανοποιητικές ρίζες και νέες μορφές, ως προς τη λαογραφική ταυτότητα της νέας εθνότητας.
Βασικά όμως φαίνεται ότι συμπεριφέρθηκαν όπως συμπεριεφέρθη και
το γνωστό ζώο του μύθου, που στολίστηκε με τα ξένα φανταχτερά φτερά και
πήγε —καμαρωτό και υπερήφανο— στη γενική σύναξη πουλιών και λοιπών
ζώων. Τα άλλα όμως πουλιά αναγνώρισαν τη μεταμόρφωση και καθένα με
το ράμφος του αφαιρούσε το δικό του φτερό, ώσπου τελικά ολοκληρώθηκε η
αναπόφευκτη απογύμνωση και η γελοιοποίηση του μεταμφιεσμένου.
Κάτι ανάλογο θα πρέπει, αργά ή γρήγορα, να επιχειρηθεί από τους γειτονικούς λαούς και για τα Σκόπια. Διότι, εάν δεν σταματήσει εγκαίρως αυτός
ο κατήφορος της συστηματικής πλαστογραφίας —και φυσικά θα σταματήσει
μόνο με τη δική μας αποφασιστική παρέμβαση—, τότε ίσως ιδούμε στο γρήγορο μέλλον να συμβαίνουν τα πλέον απροσδόκητα περιστατικά.
Ακολουθώντας δηλαδή την ίδια τακτική, είναι ενδεχόμενο οι των Σκοπίων να αρχίσουν να χρησιμοποιούν π.χ. μερικές πανελλήνιες —γνωστές και στη Μακεδονία— αργές αλλά και υποβλητικές οργανικές μελωδίες, που παλαιότερα. συνόδευαν διακριτικά με τη λύρα τα Ακριτικά μας τραγούδια. Σε ένα πρώτο χρονικό στάδιο θα αρκεσθούν μονάχα στο να αναμεταδίδουν αυτή την οργανική μελωδία. Να την μεταδίδουν όμως συχνά, πολύ συχνά, ώστε και η νέα αυτή ελληνική μελωδία να τους γίνει συλλογικό ακουστικό βίωμα.
Και κάποτε αργότερα θα επινοήσουν μια δική τους έμμετρη διασκευή, στο
δικό τους γλωσσικό ιδίωμα, που Θα αφηγείται ίσως κάποιο ηρωϊκό κατόρθωμα ενός γενναίου και τολμηρού «Μακεδόνα» (με εισαγωγικά), που θα ξεκινάει από τα υψίπεδα της Πριστίνας για να ελευθερώσει δήθεν τη Θεσσαλονίκη! Με την ίδια μάλιστα τακτική τους, οι ειδικοί των Σκοπίων θα υποστηρίζουν νέα και περίεργα πράγματα: ‘Ότι δηλαδή θα αποδεικνύεται ότι πριν από 700 περίπου χρόνια η τωρινή Γιουγκοσλαβική Μακεδονία είχε τον δικό της ηρωϊκό ποιητικό κύκλο —τον ανύπαρκτο φυσικά—, που όμως δεν θα έρχεται από την απομακρυσμένη Καππαδοκία όπως οι ‘Έλληνες υποστηρίζουν για τον δικό τους Διγενή, αλλ’ ότι είναι ένας κύκλος βαλκανικός, γηγενής και γνήσιος, που θα φανερώνει τις βαθειές χρονικές ρίζες της νέας τεχνητής Εθνότητας! Τόσο αυτό —οσοδήποτε παράδοξο και απίστευτο και αν φαίνεται— όσο και άλλα, είναι ενδεχόμενο να πραγματοποιούνται, και αυτό για τους εξής δύο λόγους: Πρώτον, επειδή η λαογραφία της Ελληνικής Μακεδονίας είναι πλουσιώτατη, πολύμορφη και με βαθειές τις ρίζες μέσα στις χιλιετίες της. Και δεύτερον, η έτοιμη αυτή και πλούσια ελληνική παράδοση είναι η πιο κατάλληλη για μιαν εύκολη λεηλασία και πλαστογράφηση, που άλλωστε θα γίνεται από έναν δήθεν συγγενή, δηλαδή από μιαν άλλη «δήθεν Μακεδονία».
‘Όλα λοιπόν μπορούν να γίνουν, αρκεί να εφαρμοσθεί προσεκτικά αυτό που ήδη έχει γίνει. Αρκεί δηλαδή να εφαρμοσθεί η επικρατούσα Μεθοδολογία, η οποία στην αρχή παρουσιάζει μόνο την ξένη οργανική μελωδία —την κλεμμένη μελωδία— και πολύ αργότερα θα παρουσιάζει —ετεροχρονισμένο σκόπιμα— και το νέο γλωσσικό Κείμενο που θα επινοείται για να συνοδεύει τη μελωδία.

‘Όλα αυτά και άλλα μπορούν να γίνουν, και θα γίνουν. Και φυσικά, θα καθιερωθούν ως η νέα τεχνητή «παράδοση». θα ερωτήσετε όμως: «Και πώς θα αντιδράσουμε;». Το πράγμα είναι απλούστατο. Αρκεί να επαγρυπνούμε και να πληροφορούμεθα, τι ακριβώς γίνεται κάθε τόσο, στη σύναξη των πουλιών και των ζώων. Αρκεί δηλαδή να αφαιρούμε κάθε τόσο τα κλεμμένα χρωματιστά φτερά της Ελληνικής Μακεδονίας, της μίας και μόνης Μακεδονίας, που ανταποκρίνεται στο γνωστό πλαίσιο της αντίστοιχης ένδοξης ιστορίας της.
Αλλιώς και αν δεν προχωρήσουμε προς αυτό τον νέο δρόμο που σήμερα υποδεικνύω, δεν αποκλείεται οι γείτονές μας —διαρκώς αποθρασυνόμενοι— να επινοήσουν ακόμη και κάποιες ολόχρυσες απομιμήσεις της χρυσής λάρνακας από τον τάφο του Φιλίππου στη Βεργίνα, να τις παραχώσουν για λίγα χρόνια σε κάποιο ανάλογο δήθεν ταφικό υπόγειο κτίσμα κοντά στα Σκόπια, και στη συνέχεια «να τις ανασκάψουν». Και τότε, ω του θαύματος, τα νέα ευρήματα θα κάμουν ένδοξη και τη γη της «Μακεδονίγια» των Σκοπίων. Στο εξής —θα υποστηρίζουν— η Βεργίνα και το ιερό Δίον δεν θα είναι τα μοναδικά. Απλώς θα είναι κάτι παρόμοια.

Β’
‘Έρχομαι στο Δεύτερο μέρος της ανακοινώσεώς μου. Η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, κατά το μέγιστο τμήμα της, στο οποίο ανήκει και η πρωτεύουσά της, τα Σκόπια, δεν υπήρξε ποτέ οργανικό μέρος της ‘Άνω Μακεδονίας. ‘Ίσως πρόκειται για μοναδικό παράδειγμα, όπου η Πρωτεύουσα βρίσκεται έξω από μια περιοχή που με το ξένο όνομά της δηλώνεται.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια περιοχή, γνωστή κατά τους αρχαίους
χρόνους με το όνομα Δαρδανία, όπως άλλωστε όλα αυτά είναι γνωστά από τους ειδικούς ιστορικούς. Οι κάτοικοι της Δαρδανίας, μέλη της φυλής τωνΔαρδανίων, ήταν γνωστό ότι ήσαν φανατικοί εχθροί των αρχαίων Μακεδόνων.
Εναντίον εκείνων των Δαρδανίων πολέμησε κατ’ επανάληψη ο Φίλιππος. Εξ άλλου κατά τους Βυζαντινούς χρόνους και μετά τη νίκη του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου η περιοχή της Μακεδονίας των Σκοπίων κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιήλθε στους Βυζαντινούς. Τότε ιδρύθησαν στην Αχρίδα —κατά το πρότυπο στη λίμνη της Καστοριάς— τα βυζαντινά μοναστήρια του Αγίου Κλήμεντος και του Οσίου Ναούμ, όπου ακόμη και σήμερα ο επισκέπτης θαυμάζει τις τοιχογραφίες των Αγίων, πλαισιωμένες με ονόματα και λοιπές επιγραφές, όλα στην ελληνική γλώσσα, στη γλώσσα των δημιουργών τους.
Τότε περίπου και οι τιμαριούχοι ‘Έλληνες άρχοντες της όλης εκείνης περιοχής, γύρω στην Αχρίδα και ευρύτερα, μετέφεραν εκεί ικανόν αριθμό Βουλγάρων αιχμαλώτων και τους εγκατέστησαν σε αγροκτήματα. Οι δούλοι εκείνοι υπήρξαν η αρχική —και η βασική— αιτία και ο πυρήνας, για να διαμορφωθεί τελικά, πλουτισμένο και με πολλές ελληνικές, αλλά και σερβικές, αλβανικές, ακόμη και τουρκικές λέξεις, το νεώτερο —βασικά ελληνοβουλγαρικό— γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής. Επειδή όμως επρόκειτο για ένα γλωσσικό όργανο απλό στη γραμματική του και συνεπώς εύκολο, το έμαθαν λίγο-πολύ και άλλοι γειτονικοί κάτοικοι. Κατά βάθος επρόκειτο για ένα γλωσσικό μωσαϊκό, αντίστοιχο του εθνολογικού μωσαϊκού της σημερινής «Εθνότητας».
Τα τελευταία όμως σαράντα χρόνια οι επιστήμονες των Σκοπίων, έχοντας επίμονο πρόγραμμα να αποφεύγουν την οποιαδήποτε εκ των υστέρων βουλγαρική ή ελληνική γλωσσική παρουσία και κριτική, ως προς τον τρόπο της δημιουργίας της τεχνητής εθνικής ταυτότητας που ήθελαν να σχηματίσουν, έχουν προχωρήσει στην αναθεώρηση του παλαιότερου —και ανάμεικτου— γλωσσικού τους ιδιώματος. Δημιούργησαν έτσι μια νέα μορφή τεχνητής γλώσσας, περίπου μια δική τους «καθαρεύουσα», καθαίροντας σκόπιμα το παλαιό ιδίωμα που μιλούσαν. Δεν δημιουργούσαν αρχαϊκούς γλωσσικούς τύπους, αλλά κατά κανόνα τύπους και νέα συνώνυμα και λοιπά από τη Σερβική ιδίως γλώσσα ώστε να αντικατασταθούν έτσι οι πολύ συχνότεροι παλαιοί βουλγαρικοί και ελληνικοί τύποι πολλών λέξεων.
Προηγουμένως, κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, οι Σέρβοι —σύμμαχοι των Ελλήνων— απελευθέρωσαν από τον τουρκικό ζυγό την περιοχή. Οι κάτοικοι όμως αισθάνθηκαν ουσιαστικά ελεύθεροι Κυρίως από το 1945 και εξής, καθώς τότε —μέσα στην ομοσπονδιακή μορφή των λαών της Γιουγκοσλαβίας— απέκτησαν την πλήρη αυτονομία τους.
‘Όπως όμως συμβαίνει και σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις οι άνθρωποί, που ξαφνικά αποκτούν πλήρη ελευθερία αποφάσεων, δεν διανύουν στο εξής μόνο μιαν ενθουσιώδη εφηβική φάση πολιτικής ζωής, αλλά πολύ συχνά φτάνουν και στην αλόγιστη υπερβολή. Στην περίπτωσή μας θα ανέμενε κανείς, οι νεόκοποι «ελεύθεροι» των Σκοπίων να αισθάνονταν και να εκδηλώνουν κάποιον μόνιμο σεβασμό, αν όχι και ευγνωμοσύνη, τόσο για τους Σέρβους οι οποίοι τους απελευθέρωσαν, όσα και για τους ‘Έλληνες οι οποίοι επί μακρούς αιώνες πλούτισαν τον τόπο τούς με αξιόλογη ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Σχετικά με το τελευταίο, ακαταμάχητη απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι όσα σπουδαία δείγματα πολιτισμού του παρελθόντος έχουν οι των Σκοπίων σήμερα στη χώρα τους και τα επιδεικνύουν με δικαιολογημένη υπερηφάνεια (όπως βυζαντινά μνημεία, βυζαντινή τέχνη, βορειοελλαδικό οικοδομικό ρυθμό κλπ.), όλα είναι δημιουργήματα ελληνικά, άμεσα και έμμεσα.
Και όμως, αντί για κάποια συγκρατημένη ευγνωμοσύνη, ή έστω αναγνώριση, οι κάτοικοι της περιοχής των Σκοπίων κυριαρχούνται επί πέντε περίπου δεκαετίες από μια συστηματική και αρπακτική νοοτροπία και εχθρότητα, η οποία μάλιστα παρουσιάζεται ιδιαίτερα επιθετική. Επειδή δεν αισθάνονται να συμμετέχουν στον ηρωϊσμό και την ιστορία των γειτόνων τους Μαυροβουνίων και Σέρβων, πιθανότατα βρίσκονται κάτω από το εξής ψυχολογικό σύμπλεγμα: Υφίστανται ισχυρές υποσυνείδητες επιδράσεις, κάτω από τις οποίες ως σύνδρομο υπόκειται ένα μακροχρόνιο λανθάνον ομαδικό αίσθημα που συχνά είναι επιγέννημα παλαιότερης και μακροχρόνιας ομαδικής ταπείνωσης. Οι κάτοικοι δηλαδή της περιοχής υπήρξαν επί μαρκούς αιώνες περίπου απόγονοι αιχμαλώτων και δούλων. Στη συνέχεια παρέμεναν κατά βάθος ως αδιάφοροι και ασήμαντοι. Παρέμεναν ψυχολογικά αδιάφοροι σκλάβοι, χωρίς να μετέχουν ενεργά στις συγκρούσεις των άλλων ισχυρών λαών της περιοχής. Αυτό μάλιστα συνέβαινε ακόμη και όταν η σύγκρουση γινόταν μέσα στην ίδια την περιοχή που την κατοικούσαν.
Και ξαφνικά, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο μεταβατικό στάδιο, οι άνθρωποι αυτοί έγιναν τελείως ελεύθεροι. Φυσιολογικό επακόλουθο ήταν να κυριαρχηθούν, όχι μόνο από τον δίκαιο ενθουσιασμό, αλλά και από την υπερβολή, ακόμη και από την εκδίκηση. Στη συνέχεια νέο τους ιδανικό διαμορφώνεται τώρα, το τι θα πάρουν από τους γείτονές τους. Η αρπαγή, αυτή είναι που έχει εκπηγάσει μέσα από το συλλογικό τους υποσυνείδητο και έχει αναλάβει τον καινούργιο πρωταγωνιστικό ρόλο.
Κανείς όμως άξιος πνευματικός άνθρωπος και κανείς λαός δεν θα δεχόταν ναι ιδιοποιείται τόσο φανερά την αναμφισβήτητη πολιτιστική κληρονομιά ενός γειτονικού του λαού και να ισχυρίζεται με περισσή αναίδεια ότι δήθεν είναι δική του. ‘Όσοι γνωρίσαμε ότι έχουν γίνει με το ελληνικό τραγούδι για την «Κεντημένη ποδιά της βλαχοπούλας», και για δεκάδες άλλων παραδοσιακών μελωδιών αποκλειστικά ελληνικής δημιουργίας, εξηγούνται τώρα από την ψυχολογία που αναλύσαμε. Μόνο μια παρόμοια ψυχολογία είναι ικανή να παραμερίζει εύκολα την ενοχή και να μεταβάλλει τους ανθρώπους σε αδίστακτους πλαστογράφους.

Γ’
Τι κάνουμε όμως εμείς, έναντι όλων αυτών; Βασικά, είμαστε εντελώς απληροφόρητοι! Ούτε και υποπτευόμαστε σήμερα, πόσες και ποίου μεγέθους πλαστογραφήσεις έχουν επιχειρήσει οι άνθρωποι των Σκοπίων, σε όλα α πέρατα της γης κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Ακούω κάθε τόσο ότι μας έρχονται συνεχώς παράπονα από τους ‘Έλληνες μετανάστες, που ζουν ιδίως πις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Αυστραλία, ακόμη και τη Δυική Γερμανία. Εμείς όμως τους έχομε εγκαταλείψει μόνους, χωρίς σχετική διαφώτιση και χωρίς κάποια γραπτά επιχειρήματα που να τα γνωρίζουν και να αμύνονται.
Φυσικά δεν φτάνει να διακηρύσσουμε απλώς σε κάποιο επιστημονικό συνέδριο το αυταπόδεικτο γεγονός, ότι δηλαδή η Μακεδονία είναι απολύτως ελληνική από τα αρχαία χρόνια και ότι εδώ στη Μακεδονία όλα είναι ελληνικά, και οι αρχαίοι χώροι και τα θαυμαστά αρχαιολογικά ευρήματα, και οι αναρίθμητες ελληνικές επιγραφές, αυτοί «οι ελληνιστί φθεγγόμενοι λίθοι» όπως έχουν αποκληθεί.
Χρειάζεται και κάτι άλλο ακόμη, κάτι που όμως είναι πολύ σπουδαίο. χρειάζεται, σ’ αυτό ειδικά το πρόβλημα, η άμεση και δραστήρια ανάμειξη τής Ελληνικής λαογραφίας.
Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, έρχομαι σ’ αυτό ειδικά το θέμα, που άλλωστε έχει διατυπωθεί και ως τίτλος της ανακοίνωσής μου: «Η Ελληνική λαογραφία αντίκρυ στο Μακεδονικό των Σκοπίων».
Τι κάνει, λοιπόν, έως τώρα η Ελληνική λαογραφία; Απάντηση: Σχεδόν τίποτε! Και όμως μπορεί να κάμει πάρα πολλά. Αλλά δεν φταίει σ’ αυτό η επιστήμη της Λαογραφίας. Φταίνε οι αρμόδιοι —όλοι ανεξαιρέτως οι κυβερνητικοί αρμόδιοι από το 1945 έως και σήμερα—, επειδή έχουν αδιαφορήσει ως προς την ενημέρωσή μας γι’ αυτή την ειδική περίπτωση.
Από τις τέσσερες επιστήμες που μπορούν και οφείλουν να ασκούν ενεργό ανάμειξη στο Μακεδονικό, οι δύο πρώτες, η Αρχαιολογία και η Ιστορία, ασφαλώς είναι οι πολυτιμότερες. Αυτές αποδεικνύουν την αρραγή και την αρχαιότατη Ελληνικότητα της Μακεδονίας. Τα επιχειρήματά τους είναι πολλά, και το σχετικό αποδεικτικό υλικό όχι μόνο είναι άφθονο αλλά και είναι πλουτισμένο με θαυμαστή ποικιλία και ποιότητα.
Ουσιαστικά όμως και οι δύο αυτές επιστήμες περιορίζονται στο να αποδεικνύουν —φυσικά κατά τρόπο περίλαμπρο— την ελληνικότητα της δικής μας Μακεδονίας. Περιορίζονται δηλαδή σε μιαν αμυντική τακτική. Αποδεικνύουμε τι είμαστε εμείς. Και αφήνουμε εκείνους να παίρνουν όποιες άλλες προπαγανδιστικές πρωτοβουλίες επιθυμούν. Δηλαδή τους αφήνουμε να αλωνίζουν και να διαστρεβλώνουν την αλήθεια.
Αντίθετα, η Ελληνική λαογραφία —μέσα στην οποία κατά μέγα μέρος υπάγεται ως ιδιαίτερος τομέας και η Γλώσσα—, εκτός από την άμυνα, έχει και άλλες και σπουδαίες δυνατότητες. Μπορεί δηλαδή να μην περιορίζεται μόνο στην άμυνα, αλλά και να ασκήσει καθαρά επιθετική τακτική. Μπορεί π.χ. να τους ειπεί, ορθά—κοφτά, και τα εξής: Προτού να σας αποδείξω εγώ την ελληνικότητα της Μακεδονίας που την αμφισβητείτε, ελάτε εσείς να μας αποδείξετε επιστημονικά, τι είδους Μακεδόνες επί τέλους είσαστε εσείς. Γιατί υπάρχουν τριών ειδών Μακεδόνες. Είσθε λοιπόν γνήσιοι, και γιατί; Μήπως είσθε νόθοι και το κρύβετε; ‘Η μήπως είσθε όχι μόνο νόθοι, αλλά μαζί και πλαστογράφοι, και τούτο επειδή θέλετε να διορθώσετε ληξιαρχικώς κάποιαν ύποπτη εγγραφή σας στο Μακεδονικό μητρώο;
Πρώτα-πρώτα όμως οφείλουμε —κατά τη γνώμη μου— να απευθυνθούμε κυρίως προς τους μετριοπαθείς επιστήμονες και ερευνητές των Σκοπίων, γιατί δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν κάποιοι ή αρκετοί μετριοπαθείς, που πρέπει να αποδοκιμάζουν την προσπάθεια για σκόπιμη διαστρέβλωση της πασίγνωστης ιστορικής αλήθειας. Σ’ αυτούς απευθυνόμαστε και τους υποσχόμεθα αμέριστη συνεργασία και βοήθεια. Δικαιούνται και οφείλουν να αναζητούν τις βαθύτερες ρίζες του λαού τους. Και εμείς, μπορούμε να τους βοηθήσουμε αποτελεσματικά. Γιατί; Διότι εδώ στην Ελλάδα διαθέτουμε υπερεκατονταετή επιστημονική πείρα, και διότι στη χώρα μας η επιστήμη της λαογραφίας δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ σε προπαγανδιστικούς σκοπούς, αλλ’ ακολουθεί μια απόλυτα φιλελεύθερη παράδοση ως προς την αντικειμενική της έρευνα.
Μπορούμε λοιπόν να τους βοηθήσουμε, σχετικά με το πώς θα αναζητήσουν σε βάθος κάποια σημεία επαφής και καταγωγής των εθίμων και των δοξασιών τους, είτε με τους αρχαίους Δαρδανίους που κατοικούσαν στην περιοχή των Σκοπίων, είτε και με τους αρχαίους Μακεδόνες. Η τελευταία περίπτωση μπορεί να έχει υπάρξει ιδίως στην περιοχή του γειτονικού μας Μοναστηρίου, της νυν Βιτόλια, όπου έχει αποκαλυφθεί από τις ανασκαφές η ελληνιστική πόλη Ηράκλεια, και όπου (περιοχή Μοναστηρίου) έως τελευταίοι έζησαν από παλαιά συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί.
Αλλά στην έρευνα που ενδέχεται να επιχειρήσουμε από κοινού, θα περιορισθούμε —οπωσδήποτε-— μονάχα σε γραπτές λαογραφικές πηγές, που όμως θα είναι δημοσιευμένες προ του 1940. Γιατί όμως πριν από τότε; Διότι όλες οι άλλες μεταγενέστερες μαρτυρίες ενδέχεται να έχουν νοθευθεί σκόπιμα, οι δήθεν προφορικές μαρτυρίες, που μπορεί να είναι «κατασκευασμένες». Εάν λοιπόν σε μια τέτοια κοινή συνεργασία και προσπάθεια διαπιστώσουμε ενδεχομένως ότι προβάλλονται και επιδράσεις από τους αρχαίους Μακεδόνες, τότε θα χαρούμε πρώτοι εμείς. Και το μόνο που καθορίζουμε από τώρα, και θα ζητήσουμε στο τέλος ως αντάλλαγμα γι’ αυτή την επιστημονική βοήθεια, θα είναι η εκ μέρους των έκφραση ανάλογου σεβασμού και αντικειμενικής αποδοχής για τις όποιες ελληνικές επιδράσεις οι οποίες θα διαπιστωθούν ότι υπήρξαν και σ’ αυτούς κατά το παρελθόν. Δεν ζητούμε για όλοι αυτά καμίαν ευγνωμοσύνη. Ζητούμε απλώς να συμμετάσχουν και εκείνοι με σεβασμό στην όποια θα εξακριβώσουν αρχαία ή βυζαντινή παράδοση και στην κοινή ελληνική πολιτιστική κληρονομιά στον βαλκανικό χώρο.
Ως προς το γλωσσικό, εξ άλλου, ιδίωμα που το μιλούσαν φτωχό, χαλασμένο και ανάμεικτο, ενώ τώρα λέγεται ότι αναθεωρημένο το έχουν κάμει γλώσσα της λογοτεχνίας και της επιστήμης τους, εγώ προσωπικά —ακολουθώντας στην εφαρμογή της επιστήμης δρόμους μετριοπαθείς και προτιμήσεις συναινετικές— καταλήγω στην εξής άποψη: ‘Έχω τη γνώμη ότι οι των Σκοπίων έχουν όλο το δικαίωμα—και την υποχρέωση έναντι του λαού τους—να βελτιώνουν, έστω και τεχνητά, ένα ομιλούμενο ιδίωμα και να το αναδεικνύουν. Τους ευχόμαστε συνεπώς να το αναδείξουν και να το συνοδεύσουν με αξιόλογες επιτυχίες νέων λογοτεχνικών δημιουργιών. Απλώς όμως τους τονίζουμε ότι θα οφείλουν να αποσαφηνίζουν πάντοτε ότι δεν πρόκειται για τίποτε ο ιστορικά Μακεδονικό, σύμφωνα με την ορθόδοξη έννοια του όρου, αλλ’ πρόκειται ειδικά για μια κυρίως σημερινή επινοημένη και τεχνητή γλώσσα της Γιουγκοσλαβίας. Μια παρόμοια αποσαφήνιση την επιβάλλουν τόσο η ιστορική αλήθεια, όσο και το επιστημονικό ήθος.
Αυτά ως προς τους μετριοπαθείς, εάν φυσικά θα επικρατήσουν οι ανάλογες τάσεις, πράγμα που ιδιαίτερα εύχομαι. Εάν όμως πρόκειται να συνεχίζεται τα Σκόπια η γνωστή και έξαλλη εχθρική προπαγάνδα, τότε η Ελληνική λαογραφία είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει τον έναν και μόνο δρόμο που της απομένει. Και εδώ, μας αναμένουν νέοι προσανατολισμοί.
θα τους καλέσουμε να απαντήσουν στα πολλά στοιχεία που επικαλούμεθα. Προς το παρόν αναφέρω μερικά μόνον από αυτά, τα εξής: 1) ‘Ότι δεν
υπάρχει εθνότης, αλλά μωσαϊκό υπολειμμάτων, με αρχικό πυρήνα τους απογόνους Βουλγάρων αιχμαλώτων μετά τον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο. Και ότι η σημερινή γλώσσα τους έχει ως αρχικό πυρήνα την ανάμεικτη διάλεκτο εκείνων των δούλων που οι ‘Έλληνες του Βυζαντίου τους είχαν εγκαταστήσει
στα εκεί αγροκτήματα. 2) ‘Ότι, εάν επιθυμούν να καυχώνται για την αρχαιότητα ενός μέρους του σημερινού λαού τους, αυτό μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στους αρχαίους Δαρδανίους, οι οποίοι δεν είχαν τότε την παραμικρή ανάμειξη στη δημιουργία του πολιτισμού των αρχαίων Μακεδόνων. ‘Όχι μόνο δεν είχαν συμμετοχή, αλλά και υπήρξαν φανατικοί τους εχθροί, φανατικοί Αντιμακεδόνες. Κατοικούσαν μια χώρα που δεν ήταν Μακεδονία. Και ταυτίζεται με τη σημερινή Περιοχή των Σκοπίων. 3) ‘Ότι όσα σπουδαία και παλαιά πολιτιστικά έργα έχουν να επιδείξουν στην περιοχή τους οι των Σκοπίων, είναι δημιουργήματα —άμεσα ή έμμεσα— του ελληνικού βυζαντινού πολιτισμού και των ελληνικών πρωτοβουλιών και των εμπείρων Ελλήνων μαστόρων.
Εκτός από μερικούς τουρκικούς μιναρέδες, ποία άλλα δικά τους δημιουργήματα έχουν να επιδεικνύουν, που να έχουν γίνει κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους; 4) Οι δοξασίες είναι γνωστό ότι αποτελούν το παλαιότατο στρώμα για κάθε είδους λαϊκό πολιτισμό. Ποίες λοιπόν δοξασίες και ποιά έθιμα υπάρχουν, που να έρχονται από την αρχαιότητα; Και από ποίαν συγκεκριμένη αρχαιότητα; 5) Ποία δημιουργήματα
λαϊκού πολιτισμού, αποκλειστικά δικά της, που να ανήκουν στην τελευταία
εκατονταετία προ του 1900, έχει σήμερα η νέα εθνότης, που να μη προέρχονται από τους γειτονικούς λαούς; Υπάρχουν αυτά; 6) Από ποία άλλα στοιχεία λαογραφικού περιεχομένου αποτελείται η πολιτιστική τους ταυτότητα, που όμως ναι είναι εντελώς δικά τους και να μην υπάρχει τίποτε το ξένο, ούτε ελληνικό, ούτε σερβικό, ούτε βουλγαρικό; Υπάρχουν;
‘Όταν θα μας απαντήσουν, είτε περιληπτικά είτε αναλυτικά, θα συνεχίσουμε και για τα υπόλοιπα.

Δ’
Εξ άλλου, εάν θέλουν να παρουσιάσουμε και εμείς τη λαογραφική ταυτότητα της Ελληνικής Μακεδονίας, από τα σύνορα της Φλώρινας ή όποια άλλα σύνορα έως τη Θεσσαλονίκη, είμαστε και πρόθυμοι και έτοιμοι.
‘Ένα πρόχειρο παράδειγμα: Αμφισβητούν την αρχαία ελληνικότητα, υποστηρίζοντας τάχα ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν μιλούσαν ελληνικά. Παραλείπω τις χιλιάδες των αρχαίων επιγραφών που μονάχα ελληνικά είναι γραμμένες, παραλείπω και τις πολλαπλές αρχαίες ιστορικές μαρτυρίες. Και
φτάνω στα νεώτερα. ‘Ένας συνάδελφός μου, ο παριστάμενος κ. Δημήτριος Κρεκούκιας, επίτιμος Διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, ετοιμάζει ένα Λεξικό Αρχαϊσμών από δύο ογκώδεις τόμους, όπου υπάρχουν περίπου δεκαπέντε χιλιάδες ελληνικές λέξεις. Αυτές μαρτυρούνται ως σίγουρες αρχαίες, αλλά και ομιλούνται ακόμη έως και σήμερα και βρίσκονται μέσα στα νεοελληνικά γλωσσικά ιδιώματα.
Μεσολαβώ επί χρόνια ως προς την οργανωτική πρωτοβουλία του συντασσομένου αυτού αποκλειστικά από τον κ. Δ. Κρεκούκια Λεξικού. Και θα ξαφνιαστούν πολλοί, φίλοι και εχθροί της Μακεδονίας, όταν αρκετά σύντομα θα παρουσιαστεί ένας πλούσιος κατάλογος από σπανιότατες ελληνικές λέξεις, σι οποίες εχρησιμοποιούντο μόνο κατά την αρχαιότητα και ήσαν άγνωστες στους πολλούς αρχαίους συγγραφείς. Και όμως οι ίδιες αυτές σπανιότατες αρχαίες λέξεις λέγονται και σήμερα μέσα στην ομιλουμένη τοπική γλώσσα της Μακεδονίας!
Εδώ προβάλλει η δικαιολογημένη απορία: Πώς επέζησαν οι αρχαίες αυτές λέξεις; Φυσικά δεν μεσολάβησαν ούτε βιβλία, ούτε δασκάλοι, επειδή ούτε σε βιβλία υπάρχουν οι λέξεις εκείνες, ούτε κάποιος δάσκαλος τις ήξερε ή τις ξέρει. Τις μιλούσε και τις μιλάει μόνον ο λαός, ο ανώνυμος και αγράμματος λαός των χωριών της Μακεδονίας, αποδεικνύοντας έτσι περίτρανα ότι πρόκειται για μια γλωσσική συνέχεια που έχει διατηρηθεί ζωντανή και αδιάσπαστη από τους χρόνους προ Χριστού, δηλαδή από την εποχή των αρχαίων Μακεδόνων. Ποία άλλη τοπική γλώσσα —σε ολόκληρη την Ευρώπη— έχει τόσο παλαιές και τόσο ζωντανές τις αρχαιότατες γλωσσικές ρίζες της; Και τι άλλο επιβεβαιώνει το φαινόμενο τούτο, εκτός από μια συνεχή και συμπαγή ελληνική πληθυσμιακή παρουσία;
Ο,τι συμβαίνει όμως με τη γλώσσα, συμβαίνει και με όλα σχεδόν τα άλλα είδη της ελληνικής λαογραφίας. Αυτή είναι η δική μας ταυτότητα. Το να χάνεσαι μέσα στους αιώνες και τις χιλιετηρίδες, και να μην ξέρεις, πόσο, βαθύτερες, πριν από το 500 ή 700 προ Χριστού, είναι οι ελληνικές ρίζες της Μακεδονίας.
Αλλά για να γίνουν εύκολα και πραγματοποιήσιμα όλα όσα περιέγραψα, σχετικά με τα αρπακτικά Σκόπια και την απάτη της επιστήμης που εφαρμόζουν, χρειάζεται εκ μέρους των αρμοδίων μια ελάχιστη προϋπόθεση, συγκεκριμένα η ακόλουθη: Να μας εξασφαλισθεί —για ένα χρονικό διάστημα— η διάθεση δύο ή έστω μόνον ενός κατάλληλου ανθρώπου, ό οποίος ας μην είναι ειδικός επιστήμων, ας μην έχει ούτε πτυχίο, φτάνει να μπορεί να διαβάζει εύκολα το γλωσσικό ιδίωμα των Σκοπίων και να μας ενημερώνει αντικειμενικά για το περιεχόμενο. Και χρειάζεται ακόμη το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος ή το Υπουργείο Πολιτισμού, ή όποια άλλη Υπηρεσία, να μας εφοδιάζει—συστηματικά Και υπεύθυνα— με τα δημοσιεύματα των Σκοπίων, προπαγανδιστικά και επιστημονικά, για όλη γενικά την Ελληνική Μακεδονία.
Τα υπόλοιπα θα τα φροντίσουμε εμείς. Και τότε τα φανταχτερά σε χρωματισμούς φτερά της Ελληνικής Μακεδονίας, που σύμφωνα με τον πιο πάνω αρχαίο μύθο ενδέχεται να τα οικειοποιούνται και να τα χρησιμοποιούν ανά τα πέρατα της Οικουμένης οι των Σκοπίων, θα ανακαλύπτονται και θα αφαιρούνται. Και αντίστοιχα, η γυμνότητα των αντιμακεδονικών επιχειρημάτων θα ολοκληρώνεται.
Τελικά, εάν οι των Σκοπίων δεν θα περιορισθούν μονάχα στα δικά τους, αυτοί θα είναι που θα ζημιωθούν. Η πρόθεση α ν τ ί δηλώνει κάτι συγκεκριμένο που αντιμάχεται κάποιο άλλο, όπως λέμε Χριστός, αλλά και Αντίχριστος. Και εννοείται ο Διάβολος που αντιμάχεται τον Χριστό.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η Ελληνική λαογραφία —που δεν είχε ποτέ ανάλογη επιθυμία ή προγραμματισμό— αναγκάζεται να αντικρούσει την επικίνδυνη νοοτροπία των Σκοπίων. ‘Έχει η δική μας Λαογραφία την ικανότητα να αποδεικνύει λεπτομερειακά την ακόλουθη συνοπτική απάντηση, που μπορεί να απευθύνει στα Σκόπια:
«Υποστηρίζετε ότι είσθε Μακεδόνες. Ιδού όμως ότι δεν είσθε Μακεδόνες, αλλά Αντιμακεδόνες. Δεν ανήκετε στη Μακεδονία της Ιστορίας, αλλά κατοικείτε την αρχαία Δαρδανία, άρα την «Αντιμακεδονία», της οποίας οι αρχαίοι κάτοικοι ήσαν φανατικοί εχθροί των αρχαίων Μακεδόνων, φανατικοί Αντιμακεδόνες, όπως συνεχίζετε να είσθε σήμερα και εσείς. Εκείνοι όμως οι Δαρδαίνιοι, σι αρχαίοι Αντιμακεδόνες, μέσα στη βαρβαρότητα τους και τον πρωτογονισμό τους, ήσαν εντιμότεροι. Δεν ξέπεσαν στο σημείο να γίνονται, ούτε σφετεριστές του ονόματος μιας γειτονικής τους χώρας, ούτε και αδίστακτοι πλαστογράφοι της λαογραφίας και τον λαϊκού πολιτισμού των ενδόξων γειτόνων τους)).

Πηγή: Η εκπληκτική εισήγηση του Κου Ρωμαίου στο Ε’ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ, έκδ. ΙΜΧΑ, Θεσ/νικη

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Στρώμνιτσα

Η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή έχει αποκαλύψει πλήθος αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων, αγγείων, νομισμάτων, ελληνικών (και λίγων ρωμαϊκών) επιγραφών. Εδώ στην αρχαιότητα υπήρχε η ελληνική πόλη Αστραίον.
Στη ρωμαίκή και βυζανττινή περίοδο θα συνατήσουμε την πόλη ως Τιβεριούπολη. Στην πόλη αυτή μαρτύρησαν το 362, επί Ιουλιανού, οι «δεκαπέντε μάρτυρες». Το “Μαρτύριον των αγίων ιε’ μαρτύρων της Τιβεριουπόλεως”, μας παραδίδεται από ένα και μόνο χειρόγραφο (το χφ. Barocc.gr.197) του 14ου αιώνα (1343/1344). Στον πρόλογο του έργου Οι δεκαπέντε μάρτυρες της Τιβεριούπολης του Θεοφύλακτου Αχρίδος αναγράφεται: «Οι άγιοι ιε’ μάρτυρες υπέστησαν το μαρτύριο κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουλιανού, που, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές πηγές και τους βυζαντινούς χρονογράφους, εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών της Μ. Ασίας (περιοχής Νίκαιας) και της Μακεδονίας (περιοχής Αχρίδας), ειδικότερα εκείνων που κατέστρεφαν τους ειδωλολατρικούς ναούς. Τα ονόματα των ιε’ Μαρτύρων αναφέρονται στο κείμενο, στο οποίο περιγράφονται η φυγή των τεσσάρων από τη Νίκαια προς την Τιβεριούπολη, που τους ακολούθησαν και οι υπόλοιποι ένδεκα, η σύλληψη και η καταδίκη τους.

Η Τιβεριούπολη δέχτηκε τα νεκρά σώματά τους και εδώ, σύμφωνα με την αφήγηση του Θεοφύλακτου, αποδεικνύονται θαυματουργοί άγιοι. Φαίνεται ότι για ένα μεγάλο διάστημα, μετά την καταστροφή του τάφου τους κατά τους σκοτεινούς χρόνους, οι άγιοι ιε μάρτυρες επανεμφανίζονται όταν οι Βούλγαροι ασπάζονται τον χριστιανισμό και αναμιγνύονται, σύμφωνα με τις έρευνες της Ν. Dragova (Starobulgarskite izvori na zitijeto za petnadeset Tiveriupolski momci of Teofilact Ochridski, “Studia Balcanica” 1(1970) 105-131) με πρωτοβουλγαρικές παραδόσεις για την ανακάλυψη των λειψάνων στη Στρώμνιτσα τη μετακομιδή τους στην Bregalnica και την πολιτικοθρησκευτική επιλογή του βασιλιά Βόριδος να δεχτεί ο ίδιος και ο λαός του τον Χριστιανισμό, γνωρίζοντας τη θαυματουργική επίδραση των αγίων προσωπικά και παρατηρώντας τα θαύματα τους σε πιστούς που επιδίωκαν τη μετακομιδή των λειψάνων στους τόπους τους.»

Επικεφαλής των δεκαπέντε μαρτύρων ήταν ο Θεόδωρος, μέλος της Α’ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας και πρώτος επίσκοπος της Στρώμνιτσας.

Από τη βυζαντινή περίοδο σώζονται σημαντικές εκκλησίες. Η Στρώμνιτσα θα ακολουθήσει τη μοίρα της περιοχής, θα καταληφθεί από τους Οθωμανούς και θα πορευτεί στους σκοτεινούς αιώνες της ισλαμικής οθωμανικής κυριαρχίας. Με βάση την οθωμανική στατιστική του 1905, στη Στρώμνιτσα κατοικούσαν 5.617 Έλληνες ορθόδοξοι, 4.138 μουσουλμάνοι, 1100 Βούλγαροι εξαρχικοί και 720 Εβραίοι.

Μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου θα υποστεί το περιβάλλον και τις συνέπειες που διαμορφώνουν στην ευρύτερη περιοχή οι εθνικισμοί. Θα καταληφθεί αρχικά από το βουλγαρικό στρατό το 1912 κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Στη συνέχεια, κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, θα καταληφθεί στις 24 Ιουνίου του 1913 από τον ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες της πόλης θα νοιώσουν ελεύθεροι για 30 ακριβώς ημέρες. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου η Στρώμνιτσα περνά οριστικά στο σερβικό έλεγχο.

Εντυπωσιακά είναι τα γεγονότα που ακολούθησαν. Μόλις μαθεύτηκε το νέο, οι Έλληνες Στρωμνιτσιώτες συγκεντρώθηκαν στη Μητρόπολη και επέλεξαν να εγκαταλείψουν την πατρίδας τους. Στις 13 Αυγούστου 1913 πυρπόλησαν οι ίδιοι τα σπίτια τους, πήραν μαζί τους την εικόνα των Δεκαπέντε Μαρτύρων και διέφυγαν στις ελεύθερες περιοχές. Οι εναπομείναντες υπέστησαν τη σερβική πολιτική εκσλαβισμού. Το 1925 έκλεισαν τα εναπομείναντα ελληνικά σχολεία. Στην απογραφή του 1945 δεν αναφέρονται Έλληνες στην πόλη.

Βλάσης Αγτζίδης

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Μοσχόπολη Moscopole, Moskopolje


Ως το τέλος του 17ου αιώνα η Μοσχόπολη ήταν ένας μικρός οικισμός, όμως παρουσίασε αλματώδη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη από τον επόμενο αιώνα. Την περίοδο της μεγάλης ακμής της πόλης, τη δεκαετία του 1730, ο πληθυσμός της είχε φτάσει τις 60.000. Σήμερα είναι ένα χωριό 1.000 περίπου κατοίκων στο οποίο ζούνε αρμονικά οι επτακόσιοι βλαχόφωνοι και 300 αλβανοί κάτοικοί της. Απομεινάρια της ένδοξης ιστορίας της αποτελεί ακόμη και σήμερα ο θεσμός της ΔημογεροντίαςΜάρτυρες της ακμής της είναι οι επιβλητικοί ναοί του Αγίου Νικολάου (1721), του Αγίου Αθανασίου (1721) και των Ταξιαρχών (1722) που κοσμούνται από πολλές και αξιόλογες αγιογραφίες.
Η πόλη κατοικούνταν κυρίως από Βλαχόφωνους Έλληνες, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα βλαχόφωνα κέντρα, με κύρια ενασχόληση το εμπόριο, την κτηνοτροφία, την κατεργασία μαλλιού, ταπητουργίας και ανάπτυξη βυρσοδεψίας. Περίφημη ήταν η πόλη και για την σιδηρουργία, την αργυροχοΐα και την χαλκουργική της. Πολλοί Μοσχοπολίτες έμποροι στη Βενετία, στη Βιέννη, στην Οδησσό, την Κωνσταντινούπολη και άλλα σημαντικά κέντρα της εποχής ενίσχυσαν οικονομικά την πατρίδα τους και συντέλεσαν στην ίδρυση σχολείου, το 1744. Το σχολείο, με την ονομασία, «Ελληνικόν Φροντιστήριο» εξελίχθηκε σε σημαντικό εκπαιδευτικό κέντρο της περιοχής, το 1744 αναβαθμίστηκε από δωρεές και μετονομάστηκε σε «Νέα ακαδημία».
Εκεί δημιουργήθηκε και το δεύτερο τυπογραφείο στον χώρο του υπόδουλου ελληνισμού (μετά από αυτό της Κωνσταντινούπολης), το 1731, με πρωτοβουλία του ιερομόναχου Γαβριήλ Κωνσταντινίδη. Επίσης τυπώθηκε και το πρώτο τετράγλωσσο λεξικό (Ελληνικής, Αλβανικής, Βλάχικης και Βουλγάρικης γλώσσας).
Η πόλη μνημονεύεται και στην «Νεωτερική Γεωγραφία», γνωστό περιηγητικό έργο του 18ου αιώνα των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγόριου Κωνσταντά για την ακμή που σημείωνε στον τομέα του πολιτισμού και του εμπορίου.
Το 1769 λόγω της συμμετοχής της πόλης στην προετοιμασία της εξέγερσης του 1770 (Ορλωφικά), η πόλη υπέστη λεηλασίες από μουσουλμάνους Αλβανούς (Τουρκαλβανούς). Σημαντικές καταστροφές έγιναν και από τα στρατεύματα του Αλί Πασά το 1788, που κατόπιν διαταγής του, καταστράφηκαν πολύτιμοι πολιτιστικοί θησαυροί της πόλης.
Η Μοσχόπολη δεν μπόρεσε να ανακτήσει την παλιά της δόξα, συνέχιζε να υπάρχει όμως ως οικισμός μικρότερης εμβέλειας.
Οι κάτοικοί της κατέφυγαν σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Πολλοί άλλοι Μοσχοπολίτες μετά την καταστροφή της πόλης τους διακρίθηκαν ως έμποροι, ως τραπεζίτες και ως βιοτέχνες στην Ουγγαρία και την Αυστρία και συνέχισαν την παράδοση των προγόνων τους με γενναίες δωρεές και την χρηματοδότηση κοινωφελών ελληνικών ιδρυμάτων (όπως η οικογένεια Σίνα).
Το 1916 ομάδα Αλβανών ατάκτων λεηλάτησε την πόλη κατά τονΑ' Παγκόσμιο Πόλεμο

Οι εναπομείναντες ιεροί ναοί της μιλάνε ακόμη και σήμερα για το ένδοξο παρελθόν της πόλης.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου, λαμπρός και επιβλητικός, δεσπόζει στο κέντρο της Μοσχόπολης. Στο άνω μέρος της εσωτερικής πύλης του ναού διαβάζουμε. Ανιστορήθη ο ναός ούτος τω 175θ / επί του λογιωτάτου Μητροπολίτου Κοριτζάς κ. Νικηφόρου δια χειρός Κωνσταντίνου και Αθανασίου εκ Κοριτζάς. Βασιλικού ρυθμού, αγιογραφημένος από τον Δαυίδ Σελενίτσα (1726). Το τέμπλο του σώζεται ολόκληρο λείπουν όμως οι εικόνες του. Στα αριστερά της εσωτερικής πύλης εικονίζεται ο άρχοντας Μοσχοπολίτης Ευθύμιος Γκίτας ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στην ανέγερση του ναού.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η παλαιά Μητρόπολη της πόλης, βρίσκεται στη συνοικία Σάρτζα. Στο ημικυκλικό άνω μέρος της εξωτερικής πύλης διαβάζουμε. "Ει μεν φίλος πέφυκας, εισελθε χαιρων, ει δε εχθρός και βάσκανος και γέμων δόλου πόρρω πέφευγε της πύλης ταύτης 1715".

Ο ναός του Αγίου Αθανασίου διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Υπάρχουν αγιογραφίες και μία εικόνα του Αγίου επάνω από την κεντρική πύλη με χρονολογία 1721. Και εδώ στην εσωτερική πλευρά της πύλης του ναού διαβάζουμε. "Ανιστορήθη αυτή η στέγη εις 1745 / επιτροπεύοντος του Κυρ. Βρούστου Σωφρόνη / δια χειρός αυταδέλφων Κωνσταντίνου και Αθανασίου εν μηνί Ιουνίου 28".

Ο ναός των Ταξιαρχών διατηρεί ακόμη και σήμερα τη μεγαλοπρέπεια του. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή του χτίσθηκε το 1720. Ο ναός έχει αρκετές αγιογραφίες αλλά λείπει εντελώς το τέμπλο του. Πιθανόν να κλάπηκε στις καταστροφές του 1916-1920.

Ο ναός του Αγίου Χαραλάμπους χτίστηκε το 1760. Κατά την παράδοση των Μοσχοπολιτών η εικόνα του ήταν θαυματουργή. Ο ναός του Προφήτη Ηλία δεσπόζει στη κορυφή ενός κατάφυτου λοφίσκου. Η ύπαρξη κατεστραμμένων κελιών γύρω από τον ναό δείχνει ότι στα χρόνια της ακμής της πόλης, ο ναός ήταν καθολικό Μονής. Συνεχόμενο μετά την εκκλησία. ήταν παλαιότερα και το παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα. Υπο μορφή ερειπίων συναντάμε τους ναούς της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Δημητρίου.

Η Μονή του Τιμίου Προδρόμου είναι στενά συνδεδεμένη με την ιστορία της Μοσχόπολης. Σ αυτήν βρήκαν καταφύγιο τα γυναικόπαιδα κατά την καταστροφή του 1769. Η μονή αποτελεί και το αρχαιότερο μνημείο της πόλης. Πάνω από την κεντρική πύλη του κυρίως ναού στο εσωτερικό μέρος διαβάζουμε:
Ανεκαινίσθι ο θείος, και πάνσεπτος ναός ούτος
δια συνδρομάς και εξόδων του τιμιοτάτου και ευγενεστάτου
άρχοντος Κυρ. Κυρ. Γεωργίου Γκούτζο επί έτους ΖΡΜ 1692.
Ανεστορήθη και ενδόξου, προφήτου και βαπτιστού Ιωάννη
δια συνδρομίς κόπου και μόχθου του πανοσιατάτου και καθυγουμένου
κυρίου Αντωνίου ιερομονάχου και δια εξόδων του τιμιοτάτου και ευγενεστάτου
άρχοντος Κυρ. Μιχάλη ιός μακαρίτου Κώστα Μοναχού Καλινίκου
ένεκεν τις ψυχής αυτού άμα συμβίας και τέκνων αυτού Αρχιερατεύοντος του μακαριωτάτου αρχιεπισκόπου
της αγιοτάτης πρώτης Ιουστινιανής Αχριδών Κυρ. Κυρ. Εγνατίου
Επή αίτους 1659.

Από τις μαρτυρίες του κώδικα της Μονής φαίνεται ότι πρώτοι κτήτορές της ήσαν οι Γεώργιος Γκούτζιας, Μιχάλης Μελιγγέρης και ο ιερομόναχος Αντώνιος Σιπισχιώτης οι οποίοι έθεσαν τα θεμέλια τ ς Μονής το 1634.
Ο Λογιότατος Μητροπολίτης Κορυτσάς, βλαχόφωνος, Ευλόγιος Κουρίλας αναφέρει ότι η Μονή γινόταν πολλές φορές τόπος συνόδων των Μητροπολιτών της περιοχής. Παρά τις καταστροφές και την εγκατάλειψη των τελευταίων σκληρών χρόνων του καθεστώτος Εμβερ Χότζα η Μονή διατηρεί τη μεγαλοπρέπεια της μαρτυρεί το μεγαλείο της ιστορικής Μοσχόπολης.

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Mελένικο ΜΕΛΕΝΟΙΚΟ ΜΕΛΕΝΟΙΚΗ Βουλγαρίας

Στα Μελένικα και στα Μοναστήρια
του ξυπνητή αρχίζει το τουφέκι…
Χώματα ελληνικά! Σ' εσάς θαμμένα
των πατέρων τα κόκαλα χιλιάδες...
Μ' αυτά τα δύο χαρακτηριστικά δίστιχα,ο εθνικός μας ποιητή Κωστής Παλαμάς αναφέροται στις δύο περήφανες αλησμόνητες πόλεις, το "Μελένικο" και το "Μοναστήρι".


Η ιστορία του Μελενίκου

Το Μελένικο ιδρύθηκε στην αρχαιότητα από την Θρακική φυλή των Μαίδων, αν και δεν είναι γνωστή η αρχαία ονομασία του. Η σημερινή ονομασία του έχει ρίζα το
«Μέλας Οίκος=Μελένοικος-Πολιτικών αντιπάλων του παλατιού, δηλ. ανωτέρων κληρικών, στρατηγών πριγκίπων, που όπως ήταν φυσικό δημιούργησαν μια ξεχωριστή πνευματική κοινωνία.
Αντίθετα, οι Βούλγαροι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από την Σλαβική λέξη "Μελ" (κιμωλία), λόγω των περιέργων σχηματισμών των αμμωδών λόφων που περιβάλλουν την πόλη. Στην διάρκεια της ιστορίας του έχει περάσει στην κατοχή των Μακεδόνων (Φίλιππος o B'), των Ρωμαίων και των Βυζαντινών, των Βουλγάρων, των Σέρβων και των Οθωμανών. Σήμερα ανήκει στην Βουλγαρία. Βρίσκεται στην νότια Βουλγαρία, πολύ κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα.

Το Μελένικο ανάγει την αρχή του στον 6ο αι. μ.Χ. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έχτισε εκεί ένα φρούριο, για να προστατεύει την περιοχή από τις βαρβαρικές επιδρομές και γύρω από αυτό άρχισε να χτίζεται σιγά-σιγά ένας οικισμός που έφθασε στη μεγάλη του ακμή επί Τουρκοκρατίας. Η οικονομική αυτή ακμή, από την οποία πήγασε η κοινωνική και πολιτιστική, οφειλόταν στην εμπορία των εξαιρετικών κρασιών, των υφαντών, των δερμάτων, των χάλκινων σκευών και των όπλων με χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Βέβαια, την πρωτοκαθεδρία στις εξαγωγές είχε το κρασί. Η καταπληκτική του ποιότητα οφειλόταν, πέρα από την παραδοσιακή καλλιέργεια των αμπελιών, στον τρόπο διατήρησης των κρασιών μέσα στις «τρυπητές», τις υπόγειες στοές που μοιάζουν με λαβύρινθους, και τις οποίες λάξευαν οι ίδιοι οι αμπελοκαλλιεργητές στον ασβεστολιθικό βράχο, πάνω στον οποίο «κάθονταν» τα σπίτια τους. Σ' αυτές τις στοές η θερμοκρασία είναι πάντα σταθερή στους 9-12 βαθμούς, χειμώνα - καλοκαίρι.
Ο επισκέπτης του σημερινού χωριού μπορεί να θαυμάσει ένα τέτοιο υπόγειο σύστημα στο αρχοντικό του Κορδόπουλου, το οποίο έχει μετατραπεί σήμερα σε Λαογραφικό Μουσείο.Η αρχιτεκτονική των σπιτιών και όλου του οικισμού (αποδεικτικά της κτισμένης Ιστορίας ενός τόπου) είναι καθαρά μακεδονική.

Το Μελένικο έφτασε σε τέτοια ακμή, που από το 1813 διέθετε Ελληνικό Καταστατικό Χάρτη, το περίφημο «Κοινόν Μελενίκου», ένα από τα πρώτα ελληνικά Συντάγματα και αποτελούσε μια αυτοθεσμισμένη ελληνική πολιτεία εν μέσω τουρκοκρατίας.
Το Ελληνικότατο Μελένικο διακρίνονταν ανέκαθεν για την πνευματική του παράδοση. Στα Γράμματα κατείχε την 5η θέση, μετά την Χίο, την Σμύρνη, τις Κυδωνιές και την Κέρκυρα.
Ήδη, από του έτους 1880 λειτουργούσε στο Μελένικο ανώτερο Ελληνικό Σχολείο.


Στον ιερό αυτόν τόπο γεννήθηκαν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης,ο διάσημος νομομαθής και αγωνιστής του 1821 που υπερασπίσθηκε τον Θ. Κολοκοτρώνη στη διαβόητη δίκη, ο Αναστάσιος Παλατίδης, ο Μανασσής Ηλιάδης, ο Θεοδόσιος Ηλιάδης, η ονομαστή οικογένεια των Χρηστομάνων με προσωπικότητες λαμπρές στο χώρο των τεχνών και των γραμμάτων, Ο πιο γνωστός είναι ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867-1911), ο ιδρυτής της «Νέας Σκηνής» στην Αθήνα το 1901 που τάραξε τα θεατρικά ύδατα στην ελληνική πρωτεύουσα,
και τόσες άλλες προσωπικότητες που τίμησαν και κόσμησαν την ιστορία της χώρας μας, περιποιεί δε τιμή για τον Σύνδεσμό μας το γεγονός ότι εξέχουσες προσωπικότητες του πνευματικού, καλλιτεχνικού, οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της χώρας μας κατάγονται από το Μελένικο και φέρουν αυτή τους την καταγωγή σαν τίτλο τιμής.

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Κρούσοβο

Θεωρείται ότι το όνομά της έχει κοινή ρίζα με τα «Κρούσια» και προέρχεται από το μακεδονικό όνομα «Κρούσσος». Η ελληνική κοινότητα του Κρουσόβου, βλαχόφωνη στην πλειονότητά της, ήταν μια από τις ανθούσες του βορειομακεδονικού χώρου. Πληθυσμιακά γνωρίζουμε ότι το 1856 το Κρούσοβο είχε 18.000 κατοίκους, κυρίως βλαχόφωνους Έλληνες και λίγους Αλβανούς και Βούλγαρους. Το 1885 ο πληθυσμός μειώθηκε λόγω μετανάστευσης και έφτασε τις 14.000. Το 1903, λίγο πριν την καταστροφήτου, στο Κρούσοβο κατοικούσαν 8.000 βλαχόφωνοι Έλληνες.


Το Κρούσοβο καταστράφηκε ως αντίποινα για τη βουλγαρική εθνικιστική εξέγερση του Ίλιντεν. Την εξέγερση αυτή προκάλεσε η Εσωτερική Μακεδονοαδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση (Ε.Μ.Ε.Ο.), που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1893 και ήταν ο βασικότερος και μαχητικότερος φορέας των βουλγαρικών συμφερόντων στη Μακεδονία. Το Γενικό Επιτελείο Στρατού εξέδωσε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα», όπου αναφέρονται οι συνθήκες της καταστροφής της πόλης: «…Ἀπεκόπησαν εἰς μεγάλην ἔκτασιν τά τηλεγραφικά καλώδια, τά ἑνώνοντα τό Μοναστήριον μέ τήν Θεσσαλονίκην, τόν Περλεπέν καί τήν Ἀχρίδα καί ἐξετελέσθησαν πολλαί δολιοφθοραί εἰς γεφύρας καί σιδηροδρομικάς γραμμάς. Οἱ πράκτορες τῆς Ε.Μ.Ε.Ο. ἤρχισαν ἀμέσως νά ἐπισκέπτωνται τά χωρία, νά συγκεντρώνουν τούς κατοίκους εἰς τάς ἐκκλησίας καί νά κηρύσσουν τήν ἐπανάστασιν. Κατά τούς ἐκφωνουμένους λόγους ἔλεγον πρός τούς χωρικούς ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις εἶχον ἀποτύχει καί ὅτι μόνον ἡ ἐπανάστασις θά τούς ἐξησφάλιζεν τήν ποθητήν ἐλευθερίαν, θά τούς ἀπήλασσεν ἀπό τούς φόρους καί τήν δεκάτην, θά διένειμεν εἰς αὐτούς τούς ἀγρούς τῶν μεγάλων τσιφλικίων. Τούς προέτρεπον νά λάβουν τά ὅπλα καί νά ἐνισχύσουν τήν ἐπανάστασιν ἐξερχόμενοι εἰς τά ὄρη. Ὑπέσχοντο ἐπίσης ὅτι θά ἐβοηθοῦντο ὑπό τῆς Βουλγαρίας καί τῆς Ρωσίας, ὡς καί ὑπό τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ….”


Την 20η Ιουλίου 1903 άρχισε η εξέγερση με επιθέσεις των Βουλγάρων κομιτατζήδων κατά οθωμανικών στρατιωτικών στόχων. Σε τρία προπύργια του του βλαχόφωνου ελληνισμού, στη Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας), στην Κλεισούρα και στο Κρούσοβο οι κομιτατζήδες κατάφεραν να παραμείνουν μερικές ημέρες πριν εκδιωχθούν από τα οθωμανικά στρατεύματα. Όμως στο Κρούσοβο, όπου η εξέγερση έλαβε μεγάλη έκταση, συνέπραξαν με τους κομιτατζήδες στην αντιοθωμανική τους εξέγερση –παρά την αρνητική θέση της Ελλάδας- λίγοι βλαχόφωνοι Έλληνες υπό τον Πίτο Γιούλη. Βουλγαρόφρονες και ελληνόφρονες κατέλαβαν το Κρούσοβο και εγκατέστησαν δική τους «επαναστατική κυβέρνηση».

Σύντομα η εξέγερση κατεστάλη και Οθωμανοί, μαζί με άτακτους, κατέστρεψαν τα χωριά των βλαχόφωνων Ελλήνων που θεωρήθηκε ότι έλαβαν μέρος. Την εκδικητική μανία και την πολιτική του ΕΜΕΟ θα πληρώσουν ακριβά το Κρούσοβο, η Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας) και η Κλεισούρα.

Στις 30 Ιουλίου 1903, ό επικεφαλής των τακτικών και ατάκτων οθωμανικών δυνάμεων Μπαχτιάρ πασάς μπήκε στο Κρούσοβο και άρχισε τις σφαγές και τις καταστροφές. Με ιδιαίτερο μένος κατεστράφη η ελληνική συνοικία, ενώ η βουλγαρική διασώθηκε. Πυρπολήθηκαν 366 οικίες και 203 καταστήματα. Πολλοί κάτοικοι της κωμόπολης θα εγκατασταθούν στην Καστοριά, τη Φλώρινα και στη Θεσσαλονίκη. Το βλαχόφωνο ελληνικό στοιχείο θα μειωθεί κατά πολύ και θα φτάσει στα 5.400 άτομα. Οι Βούλγαροι εξαρχικοί θα είναι 2.160 και οι ρουμανίζοντες Βλάχοι 650.
“Οι δρόμοι των Ελλήνων”

Μεγάροβο


Το Μεγάροβο ήταν μια αμιγώς ελληνική κωμόπολη, κατοικούμενοι αποκλειστικά από βλαχόφωνους Έλληνες. Μετά την καταστολή της επανάστασης της Ηπείρου του 1767 που καταπνίγηκε δυο χρόνια αργότερα από τον Σιλιχτάρ Πασά, αρκετοί Ηπειρώτες –κυρίως από περιοχές της Βορείου Ηπείρου- κατέφυγαν στο Μεγάροβο. Εκείνη την εποχή αναφέρονται ως σλαβόφωνες, μόνο τρεις οικογένειες. Όλες οι άλλες είναι βλαχόφωνες και ελληνόφωνες. Το 1913 υπήρχαν 328 ελληνικές οικογένειες με σύνολο 2.417 άτομα.


Σε επιστολή της Κοινότητας Μεγάροβου στις 12 Ιουνίου 1907, που υπογράφεται από τους ιερείς και 102 οικογένειες, περιγράφεται με ακρίβεια η ταυτότητα της: ««… η δική μας κοινότητα, θεωρεί ιερό της καθήκον να ενώσει μαζί με των άλλων αδελφών μας και τις δικές μας διαμαρτυρίες. Δεν αποτελούμε χωριστή ομάδα από το ελληνικό γένος… Λεγόμαστε Βλάχοι… οι πόθοι μας, τα αισθήματά μας, είναι συνταυτισμένα, αιώνες τώρα, με των ελληνοφώνων αδελφών μας… Είμασταν και θα είμαστε Έλληνες» (ακολουθούν οι υπογραφές των ιερέων και 102 οικογενειών).

Η συνέχεια αυτής της κοινότητας ήταν πανομοιότυπη και των υπόλοιπων της FYROM. Εθνικές διώξεις από τους Σέρβους μετά το 1913 και επιβολή της σλαβοποίησης και του εκμακεδονισμού από τις γιουγκοσλαβικές αρχές μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Γευγελή Гевгелија .Truth about Macedonians

Η πόλη βρίσκεται πολύ κοντά στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα. Είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Ειδομένης. Μετά την Επανάσταση του 1821, η οθωμανική διοίκηση μετέφερε μουσουλμανικούς πληθυσμούς από την Ανατολία για να δημιουργήσει φιλικούς προς αυτής πληθυσμιακούς θύλακες. Στις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη είχε 10.000 κατοίκους από τους οποίου 6-7.000 ήταν Έλληνες. Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1902, στη Γευγελή με τα 25 χωριά της κατοικούσαν 17.700 Έλληνες ορθόδοξοι, 17.500 μουσουλμάνοι και 8.100 Βούλγαροι εξαρχικοί.

.
Πριν την Επανάσταση του 1821 υπήρχαν δύο ελληνικά σχολεία που ονομάζονταν «Μακεδονική Φάλαγγα» και «Τσούλφειος Σχολή». Υπήρχαν επίσης και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις με την ονομασία «Αδελφότης Κυριών» και «Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών».
Η οικονομική ευμάρεια της ελληνικής κοινότητας της επέτρεψε να ιδρύσει ευαγή ιδρύματα και σχολείαΣτις αρχές του 20ου αιώνα στην πόλη λειτουργούσαν 5 ελληνικά σχολεία, 1 οθωμανικό και 1 βουλγαρικό. Το 1903 εγκαινιάζεται το κτίριο της «Αστικής Σχολής Γευγελής» με πρώτο διευθυντή τον Στρωμνιτσιώτη εκπαιδευτικό Ιωάννη Κωνσταντινίδη.

Η κατάληψη της Γευγελής από τους Σέρβους σηματοδότησε το τέλος της ακμής της. Η καταπίεση συνεχίστηκε και κατά τη γιουγκοσλαβική περίοδο. Το 1947 οι αρχές εκτόπισαν τους Σαρακατσάνους σε απόσταση 160 χιλιομέτρων από τα σύνορα. Με σχετικό νόμο όρισαν ως ποινικό αδίκημα τα να πλησιάζουν τα σύνορα σε απόσταση μικρότερη των 70 χιλιομέτρων. Το 1963-68, περίπου 4.000 Σαρακατσάνοι, μεγάλο μέρος των οποίων καταγόταν από τη Γευγελή, εκδιώκεται για την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Νέο Κορδελιό Θεσσαλονίκης.
“Οι δρόμοι των Ελλήνων”