Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

Το ελληνικό Αλφαβητάριον του Μοναστηρίου (Abecedar - Αναγνωστικό)

O ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΠΕΡΙΓΥΡΟΣ
Το παρόν «Αλφαβητάριον» εντάσσεται, όπως προδίδει το εξώφυλλο, στη Μακεδονική Βιβλιοθήκη και ως εκδότης παρουσιάζεται ο Αν. Γ. Ζάλλης.
Εκδόθηκε στο Μοναστήρι, μια περιοχή με συμπαγή ελληνικά πληθυσμό και αξιόλογη εκπαιδευτική δραστηριότητα. Σε ό,τι αφορά τη χρονολογία έκδοσής του (1911), μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι αυτή συμπίπτει με τις Θυελλώδεις συζητήσεις, οι οποίες διεξάγονται στη Βουλή τον ελεύθερου κράτους και τελικά οδηγούν στη συνταγματική κατοχύρωση της καθαρεύουσας ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Γλώσσα του Αλφαβηταρίου είναι η δημοτική και μάλιστα η διδασκαλία της, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο, είναι εποπτική - «κατά νέαν όλως μέθοδον». Έτσι, πέρα από το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται επιλογή της γνώριμης γλώσσας του παιδιού επιστρατεύονται με ιδιαίτερη φροντίδα εικόνες, οι οποίες με τη σειρά τους Θα βοηθήσουν ακόμη περισσότερο το μαθητή να αφομοιώσει το μηχανισμό ανάγνωσης. Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι τα αντικείμενα των εικόνων αντλούνται από την καθημερινότητα και συνεπώς έχουν άμεση σχέση με τον γνωστικό κόσμο του παιδιού. Ακόμα πιο αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι το αλφαβητάρι αυτά είναι πλήρως απαλλαγμένο από την πρόωρη Θρησκευτική και πατριωτική κατήχηση που χαρακτήριζε τα καθαρευουσιάνικα αλφαβητάρια. Ίσως να είναι μια στάση ακραίας διαμαρτυρίας απέναντι στην κατάσταση που επικρατούσε, διαμαρτυρία που οδηγεί τον συγγραφέα του αλφαβηταρίου σε μια οφθαλμοφανή αποστασιοποίηση από τα καθιερωμένα.
Με βάση αυτά τα δεδομένα Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το συγκεκριμένο αλφαβητάριο το διακρίνει μια στενή πνευματική συγγένεια με τα νέα βιβλία της περιόδου 1917-1920. Και ως τέτοιο μπορούμε να το θεωρήσουμε ως έναν άγνωστο πρόδρομο της επερχόμενης περιόδου.


Αν οι συνθήκες και αντιλήψεις κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας υποχρέωναν τους δασκάλους να καταφεύγουν στη χρησιμοποίηση της Οχτωήχου και του Ψαλτηρίου ως αλφαβηταρίων - αναγνωσματαρίων, οι πρώτες απόπειρες για την οργάνωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος μετά την απελευθέρωση δεν μπορούσαν παρά να αντιμετωπίσουν από άλλη οπτική γωνία το ζήτημα «σχολικό βιβλίο». Ήδη στα 1829 ο
I. Καποδίστριας συγκροτεί επιτροπές «προς σύνταξιν σχολικών βιβλίων», ενώ στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας λειτουργεί ένα μικρό τυπογραφείο για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Μετά τη Θεσμοθέτηση της δημοτικής εκπαίδευσης (1834) από τον Όθωνα εκδηλώνεται εντονότερα η ανάγκη μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για το σχολικό βιβλίο. Το διάταγμα της 13ης Απριλίου 1836 «περί συστάσεως βιβλιοπωλείου εν τη Β. Τυπογραφία» έρχεται να καλύψει το διαπιστούμενο κενό: «δια να εισαχθή τρόπος ομοιόμορφος εις την διδασκαλίαν του λαού, και να ευρίσκη ο καθείς βιβλία στοιχειώδη καλά, και παραδείγματα της καλλιγραφίας και ιχνογραφίας πρόχειρα πάντοτε, εις τιμάς μετρίας, και εις τας πραγματικάς χρείας ωφέλιμα, διορίζομεν να συστηθή βιβλιοπωλείον, και να ευρίσκεται εις άμεσον ένωσιν με την Βασιλικήν Τυπογραφίαν και Λιθογραφίαν».
Εκτός από τη Θεσμική εξέλιξη του σχολικού βιβλίου στη χώρα μας κατά το 19ο και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, περισσότερο ίσως ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ευρύτερες ιδεολογικές δεσπόζουσες της ίδιας περιόδου, οι οποίες καθορίζουν αμεσότερα τόσο τη γλώσσα όσο και το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων. Η Μεγάλη Ιδέα, αδιαμφισβήτητη εθνική ιδεολογία στο διάστημα 1844-1922, επιβάλλει ένα κλασικιστικό πολιτιστικό προσανατολισμό, ο οποίος αποτυπώνεται καθαρά και στην εκπαίδευση: από τον τύπο των σχολείων μέχρι και τα αναλυτικά τους προγράμματα, από τη διάρθρωση της γενικής εκπαίδευσης μέχρι και τη γλώσσα της. Ιδιαίτερα, σε ό,τι αφορά τη γλώσσα, ο συνεχής «καθαρισμός» και η «βαθιά ελληνομάθεια» που απαιτούσε το ιδανικό της επιστροφής στην αρχαία αττική διάλεκτο οδηγούσαν τους συγγραφείς των σχολικών βιβλίων στη χρησιμοποίηση μιας γλώσσας ακατάλληλης - και ως επί το πλείστον ακατάληπτης - για τους μαθητές. H καθαρεύουσα και οι εξεζητημένοι αρχαϊσμοί
απαντώνταν όχι μόνο στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου αλλά ακόμα και στα αλφαβητάρια, το πρώτο δηλ. βιβλίο με το οποίο ερχόταν σε επαφή ο εξάχρονος μαθητής. Διαβάζουμε από το εγκεκριμένο για την περίοδο 1908-1911 αλφαβητάριο του
Χ'Παπαμάρκου: «Άνθος το γαρύφαλον. Οπώρα το ροδάκινον. Ζώα το μυρμήκιον, η καρδερίνα, η ημίονος. Αι όρνιθες κακκάζουσιν. Οι χοίροι υΐζουσιν. Τα χοιρίδια κοΐζουσιν. Οι όφεις ιύζουσιν. Οι νεοσσοί τιτίζουσι και πιπίζουσιν. Οι άνεμοι συρίζουσιν». 'Η ακόμα σε ένα άλλο εγκεκριμένο αλφαβητάριο του Π. Οικονόμου βρίσκουμε λέξεις όπως: «δρυς, δραξ, βλαξ, πλαξ, κλων, φρην, κνιψ, σφηξ, φλοξ, φλεψ, θριξ, χθες, τρυξ, πτήσσω, στρόφιγξ, χατζής, τέτζερης». Διαβάζουμε και στο κρατικό αλφαβητάριο του 1910: «ο σαλπτυκτής αντί λόγχης έχει σάλπιγγα. O λάρυγξ του σαλπιγκτού πονεί από το παίξιμον, όταν ο σαλπιγκτής έχη συνάγχην δεν ημπορεί να παίξη».
Πέρα από τη γλώσσα των σχολικών βιβλίων η επιδίωξη της ηθικοποίησης του πολίτη, και η ανάπτυξη έντονου θρησκευτικού και πατριωτικού συναισθήματος επηρέαζαν με τη σειρά τους τη Θεματογραφία των κειμένων. O δε πομπώδης και κατηχητικός λόγος συμπλήρωνε την όλη εικόνα που παρουσίαζαν τα σχολικά βιβλία της χώρας.
Ενώ όμως η πραγματικότητα του ελεύθερου ελληνικού κράτους είναι αυτή, ο πέραν των συνόρων ελληνισμός βιώνει μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, η οποία σταδιακά οδηγεί και στη διαφοροποίηση των επιλογών. Για παράδειγμα, στη Μακεδονία η αφύπνιση του σλαβικού εθνικισμού στη δεκαετία του 1870 τροφοδοτεί με νέα δεδομένα τον προβληματισμό του ελληνικού στοιχείου της περιοχής σε ό,τι αφορά τα εθνικά σχέδια και το ρόλο της εκπαίδευσης. Ήδη, στα 1879 ο αντιπρόσωπος των μακεδονικών συλλόγων στο συνέδριο των Ελληνικών Συλλόγων που γίνεται στην Αθήνα, απαιτεί, «βλεποντες τον ανταγωνισμό των εθνικοτήτων αγρίως εξεγειρόμενον εν τη Ιλλυρική Χερσονήσω», να ιδρυθούν νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία στις διαμφισβητούμενες περιοχές με αποκλειστικό σκοπό τη συστηματική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας.
Η γλώσσα που αρχίζει σιγά - σιγά να κρίνεται ως πιο λειτουργική για τις προσπάθειες πολιτιστικής διείσδυσης στις διαμφισβητούμενες περιοχές είναι η δημοτική. Τη στενή σύνδεση της δημοτικής γλώσσας με το γενικότερο σχέδιο της εθνικής ολοκλήρωσης θα επισημάνει εύστοχα ο ίδιος ο Ψυχάρης στα 1888 στο δημοτικιστικό του κήρυγμα: «το γλωσσικό είναι ζήτημα πολιτικό ό,τι πολεμά να κάμη ο στρατός για τα φυσικά σύνορα θέλει η γλώσσα να το κάμη για τα σύνορα τα νοερά πρέπει και τα δύο τους να παν πολύ μακρυά να πάρουν πιότερο τόπο. Μαζί Θα προκόψουν μια μέρα». Η Θέση του δημοτικισμού ότι η δημοτική γλώσσα, την οποία κατανοούν οι πολλοί, αποτελεί εθνικό κεφάλαιο φαίνεται να δικαιώνεται όχι μόνο κατά την περίοδο του πολιτιστικού ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων στις διαμφισβητούμενες περιοχές αλλά και μετά την απελευθέρωση μεγάλων τμημάτων του αλύτρωτου ελληνισμού. Έτσι, για παράδειγμα, στα 1913 το τμήμα εκπαίδευσης της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας στις οδηγίες του «δια τας γλωσσικάς ασκήσεις του νηπιαγωγείου των ξενοφώνων» προτρέπει, ανάμεσα σε άλλα, οι γλωσσικές ασκήσεις να «διεξάγονται εις την αφελή και ανεπιτήδευτον γλώσσαν της εν τω καθ' ημέραν βίω προφορικής συνεννοήσεως των εγγραμμάτων». Και προσθέτει αμέσως ότι «η απαίτησις αύτη ουδεμίαν σχέσιν έχει με την άγονον περί του γλωσσικού ζητήματος συζήτησιν και τας ακρότητας, εις τας οποίας η φιλονικία κατ το πάθος εξωθεί τους ενεργώς μετέχοντας αυτής. Είναι απαίτησις παιδαγωγική. Χρειαζόμεθα δια τας γλωσσικάς ασκήσεις του Νηπιαγωγείου των ξενοφώνων γλώσσαν ζωντανήν και ακεραίαν προς έκφραστν του παιδικού βίου ολοκλήρου».
Αν ο Γ. Ψυχάρης με «Το Ταξίδι μου» (1888) κλονίζει για πρώτη φορά τον κλασικιστική πολιτιστικά προσανατολισμό της ελληνικής κοινωνίας, ο Φ. Φωτιάδης με «Το γλωσσικδν ζήτημα και η εκπαιδευτική μας αναγέννησις» (1902) αμφισβητεί κύρια την ορθότητα του αρχαιογνωστικού προσανατολισμού της εκπαίδευσης και της χρησιμοποίησης της καθαρεύουσας ως γλώσσας της διδασκαλίας και των σχολικών βιβλίων. Εξηγεί τη σημασία που Θα είχε η τυχόν καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση και σημειώνει ότι «δεν έχομ' ανάγκη από σοφά προγράμματα, αλλ' από απλά αλφαβητάρια». Μάλιστα δεν παραλείπει να αξιολογήσει επιγραμματικά και αυστηρά τα εγκεκριμένα σχολικά βιβλία: «στο κάρο των σκουπιδιών όλα τα εγκρίσει και αηδία». Αυτήν ακριβώς τη θέση, που το βαθύτερο νόημά της ισοδυναμεί με την αντικατάσταση των καθαρευουσιάνικων βιβλίων από άλλα γραμμένα στη δημοτική υιοθετεί το κίνημα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού ως έναν από τους κατευθυντήριους άξονές του.
Στα 1905 ο Νουμάς, το σημαντικότερο περιοδικό έντυπο του κινήματος του δημοτικισμού, προκηρύσσει διαγωνισμό για τη συγγραφή αναγνωσματαρίου. Οι διαφοροποιημένες προδιαγραφές του είναι πρόδηλες: «να γραφή ένα αναγνωσματάριο ανθρωπινό και ρωμαίικο, όχι με ια, με ρις, με ους και κάθε άλλη τέτοια αηδία, μα με λέξες που να τις ακούη το παιδί κάθε ώρα και στιγμή σπίτι του, αφού σήμερα με κείνα πούχουνε στα σχολειά μας, το Ρωμιόπουλο παίρνοντας το πρώτο βιβλίο στα χέρια του Θα πρωτοσυλλαβίση μια ψεύτικη λέξη που δε Θα τηνε μεταχειριστή στην κουβέντα του ποτέ - μ' άλλα λόγια με την πρώτη λέξη που Θα συλλαβίση, Θα πη και την πρώτη του ψευτιά». Μάλιστα ο Νουμάς, έχοντας επίγνωση της τρέχουσας επιρροής της λόγιας παράδοσης, τονίζει για το αναγνωσματάριο ότι «κι αν δε το δεχτή η επίσημη Πολιτεία αμέσως, δεν πειράζει. Αρκεί νάχουμε έτοιμη δουλειά για την "ώρα τη μεγάλη„».
Τη σκυτάλη για την προώθηση των νεωτεριστικών δημοτικιστικών ιδεών Θα παραλάβει από το Νουμά ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, η συλλογικότερη και επισημότερη έκφραση του κινήματος του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Το σωματείο αυτό εμφανίζεται στα 1910 και μία από τις κύριες επιδιώξεις του είναι η έκδοση βιβλίων για παιδιά και ενήλικες. Μέσα στις σελίδες του Δελτίου του Εκπαιδευτικού Ομίλου αναπτύσσεται μια πιο συστηματική κριτική για τα σχολικά βιβλία, ενώ πραγματοποιούνται και ορισμένες εκδόσεις παιδικών βιβλίων. Στα 1916 οι πρωταγωνιστές του Εκπαιδευτικού Ομίλου Αλ. Δελμούζος, Μ. Τριανταφυλλίδης και Δ. Γληνός μετά από παρακινήσεις και οικονομική ενίσχυση από τον Ε. Βενιζέλο συγκροτούν την Εκπαιδευτική Επιτροπή με κύρια αποστολή τη συγγραφή βιβλίων στη δημοτική γλώσσα, ώστε να υπάρχει ετοιμότητα στην περίπτωση που ο Βενιζέλος θα προχωρούσε στη νομοθέτηση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.
H «μεγάλη ώρα» που προσδοκούσαν οι οπαδοί του εκπαιδευτικού δημοτικισμού έφτασε στα 1917, όταν η προσωρινή - επαναστατική κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη αποφασίζει να εισαγάγει για πρώτη φορά τη δημοτική γλώσσα στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Έτσι, στην περίοδο 1917-1920 που επικρατεί το Κόμμα των Φιλελευθέρων εγκρίνονται δεκατρία αναγνωστικά γραμμένα - εννοείται - στη δημοτική. H νέα γλώσσα είναι φορέας μιας νέας ιδεολογίας - της Φιλελεύθερης. Αυτή η αλλαγή κλίματος θα σταθεί αφορμή για έντονες κριτικές από την πλευρά τόσο των καθαρευουσιάνων όσο και ορισμένων δημοτικιστών. Ένας από τους συνήθεις ισχυρισμούς, που προκαλούσε την ευαισθησία της κοινωνίας, ήταν η εμπρόθετη υπόσκαψη από τους μεταρρυθμιστές παραδοσιακών αξιών, όπως η πατρίδα, η θρησκεία και η οικογένεια. Άλλωστε, δεν πρέπει να μας διαφεύγει την προσοχή το γεγονός ότι η δημιουργικότερη στιγμή του ελληνικού φιλελευθερισμού στην εκπαίδευση συμπίπτει χρονικά με την έκρηξη της ρωσικής επανάστασης.
Τα δεκατρία βιβλία του δημοτικού σχολείου που γεννήθηκαν στην περίοδο 1917-1920 είναι καρπός μιας σπάνιας ιστορικά συγκυρίας, κατά την οποία η ριζοσπαστική πολιτική ορμή του βενιζελισμού που απέρρευσε από το «κίνημα της εθνικής αμύνης» δημιούργησε το αναγκαίο υπόστρωμα και τελικά επέτρεψε σε επίλεκτους πνευματικούς ανθρώπους που συσπειρώνονταν γύρω από την ιδέα του δημοτικισμού να συνεργαστούν και να δώσουν το επιζητούμενο. Όμως η διάδοχη πολιτική κα¬τάσταση Θα ανακόψει τη δημιουργική εργασία και θα επιτρέψει με τη σειρά της την αντίθετη κίνηση του εκκρεμούς. H εξαμελής «επιτροπεία», που διορίζει το Υπουργείο Παιδείας για να αξιολογήσει τα δημοτικιστικά σχολικά βιβλία, στα 1921 δίνει στη δημοσιότητα την έκθεσή της. Για την κορυφαία στιγμή του εκπαιδευτικού δημοτικισμού η «επιτροπεία» Θα αποφανθεί με ασυνήθιστο φανατισμό και για τούς πρωτεργάτες και για τα προϊόντα της τριετούς δραστηριότητάς τους: «να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι (...). Να καταδιωχθώσι ποινικώς οι υπαίτιοι των προς διαφθοράν της ελληνικής γλώσσης και παιδείας τελεσθέντων πραξικοπημάτων».
Σημειώνει ο M. Τριανταφυλλίδης στην απάντησή του προς την «επιτροπεία» με το χαρακτηριστικό τίτλο «Πριν καούν»: «δεν είναι ούτε πρώτη ούτε τελευταία βέβαια φορά που το γλωσσικό ζήτημα γέννησε στην Ελλάδα συζήτηση και αντιγνωμία, πρέπει όμως να τ' ομολογήσωμε πως στην ιστορία των αγώνων αυτών με την βαθύτερα κοινωνική και εκπολιτιστική για την πατρίδα μας σημασία, η εμφάνιση της επιτροπείας σημειώνει θλιβερώτατο σταθμό, και πως η "έκθεσις" της αποτελεί μνημείο ιστορικό για τη σύγκρουση των δύο αντίθετων και πάντα ακόμη ασυμβίβαστων κόσμων... Ολόκληρη την κρίση την πλημμυρίζει μια τύφλωση δυσκολοδικαιολόγητη σε επιστήμονες, ακόμη και φιλολόγους και δασκάλους, όσο κι αν τους υποθέσωμε ιδεολογικά αντίθετους. Αν κρίνωμε την έκθεση από την ιδεολογική της βάση μας ενσαρκώνει παιδαγωγικά και ιδίως γλωσσικά την αντίδραση στη μεγαλύτερη ένταση».
Η περίοδος 1917-1921 αποτελεί οριακό σημείο σύγκρου¬σης δυο κόσμων. Μεταρρύθμιση και αντιμεταρρύθμιση στο μέλλον Θα καταστούν, σχεδόν, κληρονομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής εκπαίδευσης ή καλύτερα, για να παραμείνουμε χρονικά στην περίοδο 1917-1921 και να παραπέμψουμε σε έναν άλλο απολογητή της δημοτικής, ο κύκλος κλείνει με την έμπρακτα διαπιστωμένη παρουσία στα εκπαιδευτικά - και στα γενικότερα πολιτιστικά - πράγματα της χώρας «οικοδόμων και εμπρηστών».

Γιάννης Ε. Βρεττός - Δημήτρης Φ. Χαραλάμπους

1 σχόλιο:

  1. Πολύ καλή ανάρτηση!!!
    Καλως ήρθες στον μαγικό κόσμο των μπλόγκς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή