Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΤΙΚΡΥ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ

Κώστα Ρωμαίου
Ανάμεσα στην Ελληνική Μακεδονία —δηλαδή τη μόνη Μακεδονία— και τη Νότια Γιουγκοσλαβία συμβαίνουν κάθε τόσο μερικά περίεργα πράγματα, που αφορούν κυρίως την άμεση σχέση μερικών πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων.

Α’
Θα αναφέρω ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Ο παριστάμενος σήμερα εδώ στο Συνέδριο μουσικολόγος Παντελής Καβακόπουλος που κατά το παρελθόν έχει συγκεντρώσει αυτοπροσώπως εκατοντάδες μελωδιών και δημοτικών τραγουδιών από πολλούς ελληνικούς τόπους, με είχε πληροφορήσει κατά το 1961, έπειτα από επιτόπια έρευνά του στην περιοχή της Φλώρινας, για τα ακόλουθα: Ότι σε Έλληνες της Μακεδονίας, που επέστρεφαν τότε από τα Σκόπια προς τη Φλώρινα, πριν περάσουν τα σύνορα τους έδιναν ως δήθεν δώρο κάποιες φωτογραφίες που συγχρόνως ήσαν και πλαστικοί μουσικοί δίσκοι, με οργανικές μελωδίες οι οποίες ήσαν γνωστές και στην ελληνική Μακεδονία.
‘Όπως θα εξηγήσει στη συνέχεια και ο ίδιος ο κ. Καβακόπουλος, οι οργανικές εκείνες και άλλες μελωδίες είναι αποκλειστικά ελληνικές ως προς την καταγωγή των αρχαίων προσωδιακών μέτρων που χρησιμοποιούν. Οι μουσικές αυτές κλίμακες έχουν διαδοθεί και επιβληθεί σε ορισμένες βαλκανικές Χώρες ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους. Αυτό όμως το άγνωστο συμπέρασμα της καταγωγής των μελωδιών δεν εμπόδιζε τους «ειδικούς» των Σκοπίων να τις θεωρούν ως αποκλειστικά δικές τους, οι οποίες ήσαν δήθεν και στην Ελληνική Μακεδονία. Φυσικά συμβαίνει το αντίστροφο, από το Βυζάντιο δηλαδή και τη βυζαντινή και νεώτερη Μακεδονία οι μουσικοί εκείνοι ρυθμοί και τα αρχαία μέτρα επήγαν και στην περιοχή των Σκοπίων.
Από τον κ. Π. Καβακόπουλο όμως έμαθα τότε και κάτι άλλο, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό: ‘Ότι μέσα στα τραγούδια και τις οργανικές μελωδίες που χρησιμοποιούσαν και αναμετέδιδαν τα Σκόπια, ήταν και η οργανική μελωδία που συνοδεύει το τραγούδι «Στη’ κεντημένη σου ποδιά, μωρ’ βλάχα, / μωρ’ βλάχα, βλαχοπούλα, / μικρή •τσελιγκοπούλα».
Το τραγούδι τούτο στην Ελλάδα χορεύεται με συρτό χορό, ο οποίος
—ειδικά σ’ αυτό το τραγούδι— κυριαρχείται από μιαν ιδιαίτερη ευθυμία και αισιοδοξία. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, πρόκειται για ένα τραγούδι πασίγνωστο σ’ όλο τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας μας έως το Ταίναρο. Πρόκειται δηλαδή για ένα τραγούδι αποκλειστικά ελληνικό. Γνωρίζω πολύ καλά ότι σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο οι κάτοικοι το τραγούδι αυτό το τραγουδούσαν και το χόρευαν πολύ συχνά, τουλάχιστον από τον περασμένο αιώνα. Ιδίως στην Αρκαδία —και για την Πελοπόννησο οι ορεσίβιοι Αρκάδες βοσκοί στα χειμαδιά τους ήδη προ του 1821 απεκαλούντο ως οι κατ’ εξοχήν «βλάχοι»— το τραγούδι τούτο ήταν και εξακολουθεί να είναι από τα πιο δημοφιλή.
Οι των Σκοπίων όμως, επειδή το τραγούδι αυτό χορευόταν πολύ συχνά στην Ελληνική Μακεδονία, και επίσης επειδή η μελωδία του είναι ιδιαίτερα ευχάριστη, αποφάσισαν να το ιδιοποιηθούν. Στην αρχή περιορίσθηκαν μόνο στο οργανικό μέλος. Πιθανότατα είχαν διαπιστώσει ότι, εάν μεταφράσουν και τα λόγια του τραγουδιού, τότε θα παρουσιάζονταν ορισμένες δυσκολίες. Ποιους βλάχους εννοούν; Τους ‘Έλληνες βοσκούς γενικά πάνω σε όλα τα ελληνικά βουνά έως και τον Ταΰγετο;
Επήραν λοιπόν μόνο την οργανική μελωδία, επειδή η ίδια κυκλοφορούσε και στην Ελληνική Μακεδονία, άφησαν όμως για κάποτε άλλοτε τους προβληματικούς ελληνικούς στίχους με το σημασιολογικό περιεχόμενο του τραγουδιού. Ίσως, κάποτε αργότερα, θα μπορούσε να προκύψει κάποιο ικανοποιητικό έμμετρο κείμενο και στη νέα γλώσσα των Σκοπίων, που θα μπορούσε να προσαρμοσθεί στη μελωδία.
Αυτό το ανωτέρω γεγονός, που είναι απόλυτα εξακριβωμένο ότι έχει συμβεί, —και έχει συμβεί παρόμοιο και με αρκετά άλλα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, όπως ο κ. Καβακόπουλος με εβεβαίωσε — μπορεί να μας αποβεί ιδιαίτερα χρήσιμο. Μας αποκαλύπτει τον τρόπο, με τον οποίο έχουν αποφασίσει να προχωρούν οι άνθρωποι των Σκοπίων, επιδιώκοντας να θεμελιώσουν ιστορικά και πολιτιστικά κάποια παράδοση στον τόπο τους και να σχηματίσουν αντίστοιχα τα χαρακτηριστικά της νέας τους ταυτότητας που ιδίως από το 1945 επιζητούν να την καθιερώσουν.
Στην Αθήνα, πριν εικοσιπέντε περίπου χρόνια μαθαίναμε ότι στα Σκόπια, στα επιστημονικά τους γραφεία τα αντίστοιχα με τα δικά μας ερευνητικά
Κέντρα της Ακαδημίας Αθηνών, εργάζονταν ή γενικά υπηρετούσαν τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από εμάς. Μαζί με την έκπληξή μας για τον θρίαμβο των αριθμών των απασχολουμένων ανθρώπων, απορούσαμε και ως προς το ποία θέματα ήταν δυνατόν να υπάρχουν, που να χρειάζονται να απασχολούν τόσους πολλούς.
Εκ των υστέρων όμως εξηγούνται πολλά από όσα γίνονταν και γίνονται.
‘Έπρεπε όλοι εκείνοι και άλλοι ακόμη «να καθαρίσουν» το παλαιό, φτωχό και ανάμεικτο γλωσσικό ιδίωμα. που ο λαός μιλούσε, και να το μεταμορφώσουν σε μια τεχνητή γλώσσα με νέες προοπτικές και δυνατότητες. Φυσικά, έπρεπε επίσης να δημιουργήσουν αντίστοιχα όλο και κάποιες ικανοποιητικές ρίζες και νέες μορφές, ως προς τη λαογραφική ταυτότητα της νέας εθνότητας.
Βασικά όμως φαίνεται ότι συμπεριφέρθηκαν όπως συμπεριεφέρθη και
το γνωστό ζώο του μύθου, που στολίστηκε με τα ξένα φανταχτερά φτερά και
πήγε —καμαρωτό και υπερήφανο— στη γενική σύναξη πουλιών και λοιπών
ζώων. Τα άλλα όμως πουλιά αναγνώρισαν τη μεταμόρφωση και καθένα με
το ράμφος του αφαιρούσε το δικό του φτερό, ώσπου τελικά ολοκληρώθηκε η
αναπόφευκτη απογύμνωση και η γελοιοποίηση του μεταμφιεσμένου.
Κάτι ανάλογο θα πρέπει, αργά ή γρήγορα, να επιχειρηθεί από τους γειτονικούς λαούς και για τα Σκόπια. Διότι, εάν δεν σταματήσει εγκαίρως αυτός
ο κατήφορος της συστηματικής πλαστογραφίας —και φυσικά θα σταματήσει
μόνο με τη δική μας αποφασιστική παρέμβαση—, τότε ίσως ιδούμε στο γρήγορο μέλλον να συμβαίνουν τα πλέον απροσδόκητα περιστατικά.
Ακολουθώντας δηλαδή την ίδια τακτική, είναι ενδεχόμενο οι των Σκοπίων να αρχίσουν να χρησιμοποιούν π.χ. μερικές πανελλήνιες —γνωστές και στη Μακεδονία— αργές αλλά και υποβλητικές οργανικές μελωδίες, που παλαιότερα. συνόδευαν διακριτικά με τη λύρα τα Ακριτικά μας τραγούδια. Σε ένα πρώτο χρονικό στάδιο θα αρκεσθούν μονάχα στο να αναμεταδίδουν αυτή την οργανική μελωδία. Να την μεταδίδουν όμως συχνά, πολύ συχνά, ώστε και η νέα αυτή ελληνική μελωδία να τους γίνει συλλογικό ακουστικό βίωμα.
Και κάποτε αργότερα θα επινοήσουν μια δική τους έμμετρη διασκευή, στο
δικό τους γλωσσικό ιδίωμα, που Θα αφηγείται ίσως κάποιο ηρωϊκό κατόρθωμα ενός γενναίου και τολμηρού «Μακεδόνα» (με εισαγωγικά), που θα ξεκινάει από τα υψίπεδα της Πριστίνας για να ελευθερώσει δήθεν τη Θεσσαλονίκη! Με την ίδια μάλιστα τακτική τους, οι ειδικοί των Σκοπίων θα υποστηρίζουν νέα και περίεργα πράγματα: ‘Ότι δηλαδή θα αποδεικνύεται ότι πριν από 700 περίπου χρόνια η τωρινή Γιουγκοσλαβική Μακεδονία είχε τον δικό της ηρωϊκό ποιητικό κύκλο —τον ανύπαρκτο φυσικά—, που όμως δεν θα έρχεται από την απομακρυσμένη Καππαδοκία όπως οι ‘Έλληνες υποστηρίζουν για τον δικό τους Διγενή, αλλ’ ότι είναι ένας κύκλος βαλκανικός, γηγενής και γνήσιος, που θα φανερώνει τις βαθειές χρονικές ρίζες της νέας τεχνητής Εθνότητας! Τόσο αυτό —οσοδήποτε παράδοξο και απίστευτο και αν φαίνεται— όσο και άλλα, είναι ενδεχόμενο να πραγματοποιούνται, και αυτό για τους εξής δύο λόγους: Πρώτον, επειδή η λαογραφία της Ελληνικής Μακεδονίας είναι πλουσιώτατη, πολύμορφη και με βαθειές τις ρίζες μέσα στις χιλιετίες της. Και δεύτερον, η έτοιμη αυτή και πλούσια ελληνική παράδοση είναι η πιο κατάλληλη για μιαν εύκολη λεηλασία και πλαστογράφηση, που άλλωστε θα γίνεται από έναν δήθεν συγγενή, δηλαδή από μιαν άλλη «δήθεν Μακεδονία».
‘Όλα λοιπόν μπορούν να γίνουν, αρκεί να εφαρμοσθεί προσεκτικά αυτό που ήδη έχει γίνει. Αρκεί δηλαδή να εφαρμοσθεί η επικρατούσα Μεθοδολογία, η οποία στην αρχή παρουσιάζει μόνο την ξένη οργανική μελωδία —την κλεμμένη μελωδία— και πολύ αργότερα θα παρουσιάζει —ετεροχρονισμένο σκόπιμα— και το νέο γλωσσικό Κείμενο που θα επινοείται για να συνοδεύει τη μελωδία.

‘Όλα αυτά και άλλα μπορούν να γίνουν, και θα γίνουν. Και φυσικά, θα καθιερωθούν ως η νέα τεχνητή «παράδοση». θα ερωτήσετε όμως: «Και πώς θα αντιδράσουμε;». Το πράγμα είναι απλούστατο. Αρκεί να επαγρυπνούμε και να πληροφορούμεθα, τι ακριβώς γίνεται κάθε τόσο, στη σύναξη των πουλιών και των ζώων. Αρκεί δηλαδή να αφαιρούμε κάθε τόσο τα κλεμμένα χρωματιστά φτερά της Ελληνικής Μακεδονίας, της μίας και μόνης Μακεδονίας, που ανταποκρίνεται στο γνωστό πλαίσιο της αντίστοιχης ένδοξης ιστορίας της.
Αλλιώς και αν δεν προχωρήσουμε προς αυτό τον νέο δρόμο που σήμερα υποδεικνύω, δεν αποκλείεται οι γείτονές μας —διαρκώς αποθρασυνόμενοι— να επινοήσουν ακόμη και κάποιες ολόχρυσες απομιμήσεις της χρυσής λάρνακας από τον τάφο του Φιλίππου στη Βεργίνα, να τις παραχώσουν για λίγα χρόνια σε κάποιο ανάλογο δήθεν ταφικό υπόγειο κτίσμα κοντά στα Σκόπια, και στη συνέχεια «να τις ανασκάψουν». Και τότε, ω του θαύματος, τα νέα ευρήματα θα κάμουν ένδοξη και τη γη της «Μακεδονίγια» των Σκοπίων. Στο εξής —θα υποστηρίζουν— η Βεργίνα και το ιερό Δίον δεν θα είναι τα μοναδικά. Απλώς θα είναι κάτι παρόμοια.

Β’
‘Έρχομαι στο Δεύτερο μέρος της ανακοινώσεώς μου. Η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, κατά το μέγιστο τμήμα της, στο οποίο ανήκει και η πρωτεύουσά της, τα Σκόπια, δεν υπήρξε ποτέ οργανικό μέρος της ‘Άνω Μακεδονίας. ‘Ίσως πρόκειται για μοναδικό παράδειγμα, όπου η Πρωτεύουσα βρίσκεται έξω από μια περιοχή που με το ξένο όνομά της δηλώνεται.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια περιοχή, γνωστή κατά τους αρχαίους
χρόνους με το όνομα Δαρδανία, όπως άλλωστε όλα αυτά είναι γνωστά από τους ειδικούς ιστορικούς. Οι κάτοικοι της Δαρδανίας, μέλη της φυλής τωνΔαρδανίων, ήταν γνωστό ότι ήσαν φανατικοί εχθροί των αρχαίων Μακεδόνων.
Εναντίον εκείνων των Δαρδανίων πολέμησε κατ’ επανάληψη ο Φίλιππος. Εξ άλλου κατά τους Βυζαντινούς χρόνους και μετά τη νίκη του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου η περιοχή της Μακεδονίας των Σκοπίων κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιήλθε στους Βυζαντινούς. Τότε ιδρύθησαν στην Αχρίδα —κατά το πρότυπο στη λίμνη της Καστοριάς— τα βυζαντινά μοναστήρια του Αγίου Κλήμεντος και του Οσίου Ναούμ, όπου ακόμη και σήμερα ο επισκέπτης θαυμάζει τις τοιχογραφίες των Αγίων, πλαισιωμένες με ονόματα και λοιπές επιγραφές, όλα στην ελληνική γλώσσα, στη γλώσσα των δημιουργών τους.
Τότε περίπου και οι τιμαριούχοι ‘Έλληνες άρχοντες της όλης εκείνης περιοχής, γύρω στην Αχρίδα και ευρύτερα, μετέφεραν εκεί ικανόν αριθμό Βουλγάρων αιχμαλώτων και τους εγκατέστησαν σε αγροκτήματα. Οι δούλοι εκείνοι υπήρξαν η αρχική —και η βασική— αιτία και ο πυρήνας, για να διαμορφωθεί τελικά, πλουτισμένο και με πολλές ελληνικές, αλλά και σερβικές, αλβανικές, ακόμη και τουρκικές λέξεις, το νεώτερο —βασικά ελληνοβουλγαρικό— γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής. Επειδή όμως επρόκειτο για ένα γλωσσικό όργανο απλό στη γραμματική του και συνεπώς εύκολο, το έμαθαν λίγο-πολύ και άλλοι γειτονικοί κάτοικοι. Κατά βάθος επρόκειτο για ένα γλωσσικό μωσαϊκό, αντίστοιχο του εθνολογικού μωσαϊκού της σημερινής «Εθνότητας».
Τα τελευταία όμως σαράντα χρόνια οι επιστήμονες των Σκοπίων, έχοντας επίμονο πρόγραμμα να αποφεύγουν την οποιαδήποτε εκ των υστέρων βουλγαρική ή ελληνική γλωσσική παρουσία και κριτική, ως προς τον τρόπο της δημιουργίας της τεχνητής εθνικής ταυτότητας που ήθελαν να σχηματίσουν, έχουν προχωρήσει στην αναθεώρηση του παλαιότερου —και ανάμεικτου— γλωσσικού τους ιδιώματος. Δημιούργησαν έτσι μια νέα μορφή τεχνητής γλώσσας, περίπου μια δική τους «καθαρεύουσα», καθαίροντας σκόπιμα το παλαιό ιδίωμα που μιλούσαν. Δεν δημιουργούσαν αρχαϊκούς γλωσσικούς τύπους, αλλά κατά κανόνα τύπους και νέα συνώνυμα και λοιπά από τη Σερβική ιδίως γλώσσα ώστε να αντικατασταθούν έτσι οι πολύ συχνότεροι παλαιοί βουλγαρικοί και ελληνικοί τύποι πολλών λέξεων.
Προηγουμένως, κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, οι Σέρβοι —σύμμαχοι των Ελλήνων— απελευθέρωσαν από τον τουρκικό ζυγό την περιοχή. Οι κάτοικοι όμως αισθάνθηκαν ουσιαστικά ελεύθεροι Κυρίως από το 1945 και εξής, καθώς τότε —μέσα στην ομοσπονδιακή μορφή των λαών της Γιουγκοσλαβίας— απέκτησαν την πλήρη αυτονομία τους.
‘Όπως όμως συμβαίνει και σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις οι άνθρωποί, που ξαφνικά αποκτούν πλήρη ελευθερία αποφάσεων, δεν διανύουν στο εξής μόνο μιαν ενθουσιώδη εφηβική φάση πολιτικής ζωής, αλλά πολύ συχνά φτάνουν και στην αλόγιστη υπερβολή. Στην περίπτωσή μας θα ανέμενε κανείς, οι νεόκοποι «ελεύθεροι» των Σκοπίων να αισθάνονταν και να εκδηλώνουν κάποιον μόνιμο σεβασμό, αν όχι και ευγνωμοσύνη, τόσο για τους Σέρβους οι οποίοι τους απελευθέρωσαν, όσα και για τους ‘Έλληνες οι οποίοι επί μακρούς αιώνες πλούτισαν τον τόπο τούς με αξιόλογη ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Σχετικά με το τελευταίο, ακαταμάχητη απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι όσα σπουδαία δείγματα πολιτισμού του παρελθόντος έχουν οι των Σκοπίων σήμερα στη χώρα τους και τα επιδεικνύουν με δικαιολογημένη υπερηφάνεια (όπως βυζαντινά μνημεία, βυζαντινή τέχνη, βορειοελλαδικό οικοδομικό ρυθμό κλπ.), όλα είναι δημιουργήματα ελληνικά, άμεσα και έμμεσα.
Και όμως, αντί για κάποια συγκρατημένη ευγνωμοσύνη, ή έστω αναγνώριση, οι κάτοικοι της περιοχής των Σκοπίων κυριαρχούνται επί πέντε περίπου δεκαετίες από μια συστηματική και αρπακτική νοοτροπία και εχθρότητα, η οποία μάλιστα παρουσιάζεται ιδιαίτερα επιθετική. Επειδή δεν αισθάνονται να συμμετέχουν στον ηρωϊσμό και την ιστορία των γειτόνων τους Μαυροβουνίων και Σέρβων, πιθανότατα βρίσκονται κάτω από το εξής ψυχολογικό σύμπλεγμα: Υφίστανται ισχυρές υποσυνείδητες επιδράσεις, κάτω από τις οποίες ως σύνδρομο υπόκειται ένα μακροχρόνιο λανθάνον ομαδικό αίσθημα που συχνά είναι επιγέννημα παλαιότερης και μακροχρόνιας ομαδικής ταπείνωσης. Οι κάτοικοι δηλαδή της περιοχής υπήρξαν επί μαρκούς αιώνες περίπου απόγονοι αιχμαλώτων και δούλων. Στη συνέχεια παρέμεναν κατά βάθος ως αδιάφοροι και ασήμαντοι. Παρέμεναν ψυχολογικά αδιάφοροι σκλάβοι, χωρίς να μετέχουν ενεργά στις συγκρούσεις των άλλων ισχυρών λαών της περιοχής. Αυτό μάλιστα συνέβαινε ακόμη και όταν η σύγκρουση γινόταν μέσα στην ίδια την περιοχή που την κατοικούσαν.
Και ξαφνικά, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο μεταβατικό στάδιο, οι άνθρωποι αυτοί έγιναν τελείως ελεύθεροι. Φυσιολογικό επακόλουθο ήταν να κυριαρχηθούν, όχι μόνο από τον δίκαιο ενθουσιασμό, αλλά και από την υπερβολή, ακόμη και από την εκδίκηση. Στη συνέχεια νέο τους ιδανικό διαμορφώνεται τώρα, το τι θα πάρουν από τους γείτονές τους. Η αρπαγή, αυτή είναι που έχει εκπηγάσει μέσα από το συλλογικό τους υποσυνείδητο και έχει αναλάβει τον καινούργιο πρωταγωνιστικό ρόλο.
Κανείς όμως άξιος πνευματικός άνθρωπος και κανείς λαός δεν θα δεχόταν ναι ιδιοποιείται τόσο φανερά την αναμφισβήτητη πολιτιστική κληρονομιά ενός γειτονικού του λαού και να ισχυρίζεται με περισσή αναίδεια ότι δήθεν είναι δική του. ‘Όσοι γνωρίσαμε ότι έχουν γίνει με το ελληνικό τραγούδι για την «Κεντημένη ποδιά της βλαχοπούλας», και για δεκάδες άλλων παραδοσιακών μελωδιών αποκλειστικά ελληνικής δημιουργίας, εξηγούνται τώρα από την ψυχολογία που αναλύσαμε. Μόνο μια παρόμοια ψυχολογία είναι ικανή να παραμερίζει εύκολα την ενοχή και να μεταβάλλει τους ανθρώπους σε αδίστακτους πλαστογράφους.

Γ’
Τι κάνουμε όμως εμείς, έναντι όλων αυτών; Βασικά, είμαστε εντελώς απληροφόρητοι! Ούτε και υποπτευόμαστε σήμερα, πόσες και ποίου μεγέθους πλαστογραφήσεις έχουν επιχειρήσει οι άνθρωποι των Σκοπίων, σε όλα α πέρατα της γης κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Ακούω κάθε τόσο ότι μας έρχονται συνεχώς παράπονα από τους ‘Έλληνες μετανάστες, που ζουν ιδίως πις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Αυστραλία, ακόμη και τη Δυική Γερμανία. Εμείς όμως τους έχομε εγκαταλείψει μόνους, χωρίς σχετική διαφώτιση και χωρίς κάποια γραπτά επιχειρήματα που να τα γνωρίζουν και να αμύνονται.
Φυσικά δεν φτάνει να διακηρύσσουμε απλώς σε κάποιο επιστημονικό συνέδριο το αυταπόδεικτο γεγονός, ότι δηλαδή η Μακεδονία είναι απολύτως ελληνική από τα αρχαία χρόνια και ότι εδώ στη Μακεδονία όλα είναι ελληνικά, και οι αρχαίοι χώροι και τα θαυμαστά αρχαιολογικά ευρήματα, και οι αναρίθμητες ελληνικές επιγραφές, αυτοί «οι ελληνιστί φθεγγόμενοι λίθοι» όπως έχουν αποκληθεί.
Χρειάζεται και κάτι άλλο ακόμη, κάτι που όμως είναι πολύ σπουδαίο. χρειάζεται, σ’ αυτό ειδικά το πρόβλημα, η άμεση και δραστήρια ανάμειξη τής Ελληνικής λαογραφίας.
Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, έρχομαι σ’ αυτό ειδικά το θέμα, που άλλωστε έχει διατυπωθεί και ως τίτλος της ανακοίνωσής μου: «Η Ελληνική λαογραφία αντίκρυ στο Μακεδονικό των Σκοπίων».
Τι κάνει, λοιπόν, έως τώρα η Ελληνική λαογραφία; Απάντηση: Σχεδόν τίποτε! Και όμως μπορεί να κάμει πάρα πολλά. Αλλά δεν φταίει σ’ αυτό η επιστήμη της Λαογραφίας. Φταίνε οι αρμόδιοι —όλοι ανεξαιρέτως οι κυβερνητικοί αρμόδιοι από το 1945 έως και σήμερα—, επειδή έχουν αδιαφορήσει ως προς την ενημέρωσή μας γι’ αυτή την ειδική περίπτωση.
Από τις τέσσερες επιστήμες που μπορούν και οφείλουν να ασκούν ενεργό ανάμειξη στο Μακεδονικό, οι δύο πρώτες, η Αρχαιολογία και η Ιστορία, ασφαλώς είναι οι πολυτιμότερες. Αυτές αποδεικνύουν την αρραγή και την αρχαιότατη Ελληνικότητα της Μακεδονίας. Τα επιχειρήματά τους είναι πολλά, και το σχετικό αποδεικτικό υλικό όχι μόνο είναι άφθονο αλλά και είναι πλουτισμένο με θαυμαστή ποικιλία και ποιότητα.
Ουσιαστικά όμως και οι δύο αυτές επιστήμες περιορίζονται στο να αποδεικνύουν —φυσικά κατά τρόπο περίλαμπρο— την ελληνικότητα της δικής μας Μακεδονίας. Περιορίζονται δηλαδή σε μιαν αμυντική τακτική. Αποδεικνύουμε τι είμαστε εμείς. Και αφήνουμε εκείνους να παίρνουν όποιες άλλες προπαγανδιστικές πρωτοβουλίες επιθυμούν. Δηλαδή τους αφήνουμε να αλωνίζουν και να διαστρεβλώνουν την αλήθεια.
Αντίθετα, η Ελληνική λαογραφία —μέσα στην οποία κατά μέγα μέρος υπάγεται ως ιδιαίτερος τομέας και η Γλώσσα—, εκτός από την άμυνα, έχει και άλλες και σπουδαίες δυνατότητες. Μπορεί δηλαδή να μην περιορίζεται μόνο στην άμυνα, αλλά και να ασκήσει καθαρά επιθετική τακτική. Μπορεί π.χ. να τους ειπεί, ορθά—κοφτά, και τα εξής: Προτού να σας αποδείξω εγώ την ελληνικότητα της Μακεδονίας που την αμφισβητείτε, ελάτε εσείς να μας αποδείξετε επιστημονικά, τι είδους Μακεδόνες επί τέλους είσαστε εσείς. Γιατί υπάρχουν τριών ειδών Μακεδόνες. Είσθε λοιπόν γνήσιοι, και γιατί; Μήπως είσθε νόθοι και το κρύβετε; ‘Η μήπως είσθε όχι μόνο νόθοι, αλλά μαζί και πλαστογράφοι, και τούτο επειδή θέλετε να διορθώσετε ληξιαρχικώς κάποιαν ύποπτη εγγραφή σας στο Μακεδονικό μητρώο;
Πρώτα-πρώτα όμως οφείλουμε —κατά τη γνώμη μου— να απευθυνθούμε κυρίως προς τους μετριοπαθείς επιστήμονες και ερευνητές των Σκοπίων, γιατί δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν κάποιοι ή αρκετοί μετριοπαθείς, που πρέπει να αποδοκιμάζουν την προσπάθεια για σκόπιμη διαστρέβλωση της πασίγνωστης ιστορικής αλήθειας. Σ’ αυτούς απευθυνόμαστε και τους υποσχόμεθα αμέριστη συνεργασία και βοήθεια. Δικαιούνται και οφείλουν να αναζητούν τις βαθύτερες ρίζες του λαού τους. Και εμείς, μπορούμε να τους βοηθήσουμε αποτελεσματικά. Γιατί; Διότι εδώ στην Ελλάδα διαθέτουμε υπερεκατονταετή επιστημονική πείρα, και διότι στη χώρα μας η επιστήμη της λαογραφίας δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ σε προπαγανδιστικούς σκοπούς, αλλ’ ακολουθεί μια απόλυτα φιλελεύθερη παράδοση ως προς την αντικειμενική της έρευνα.
Μπορούμε λοιπόν να τους βοηθήσουμε, σχετικά με το πώς θα αναζητήσουν σε βάθος κάποια σημεία επαφής και καταγωγής των εθίμων και των δοξασιών τους, είτε με τους αρχαίους Δαρδανίους που κατοικούσαν στην περιοχή των Σκοπίων, είτε και με τους αρχαίους Μακεδόνες. Η τελευταία περίπτωση μπορεί να έχει υπάρξει ιδίως στην περιοχή του γειτονικού μας Μοναστηρίου, της νυν Βιτόλια, όπου έχει αποκαλυφθεί από τις ανασκαφές η ελληνιστική πόλη Ηράκλεια, και όπου (περιοχή Μοναστηρίου) έως τελευταίοι έζησαν από παλαιά συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί.
Αλλά στην έρευνα που ενδέχεται να επιχειρήσουμε από κοινού, θα περιορισθούμε —οπωσδήποτε-— μονάχα σε γραπτές λαογραφικές πηγές, που όμως θα είναι δημοσιευμένες προ του 1940. Γιατί όμως πριν από τότε; Διότι όλες οι άλλες μεταγενέστερες μαρτυρίες ενδέχεται να έχουν νοθευθεί σκόπιμα, οι δήθεν προφορικές μαρτυρίες, που μπορεί να είναι «κατασκευασμένες». Εάν λοιπόν σε μια τέτοια κοινή συνεργασία και προσπάθεια διαπιστώσουμε ενδεχομένως ότι προβάλλονται και επιδράσεις από τους αρχαίους Μακεδόνες, τότε θα χαρούμε πρώτοι εμείς. Και το μόνο που καθορίζουμε από τώρα, και θα ζητήσουμε στο τέλος ως αντάλλαγμα γι’ αυτή την επιστημονική βοήθεια, θα είναι η εκ μέρους των έκφραση ανάλογου σεβασμού και αντικειμενικής αποδοχής για τις όποιες ελληνικές επιδράσεις οι οποίες θα διαπιστωθούν ότι υπήρξαν και σ’ αυτούς κατά το παρελθόν. Δεν ζητούμε για όλοι αυτά καμίαν ευγνωμοσύνη. Ζητούμε απλώς να συμμετάσχουν και εκείνοι με σεβασμό στην όποια θα εξακριβώσουν αρχαία ή βυζαντινή παράδοση και στην κοινή ελληνική πολιτιστική κληρονομιά στον βαλκανικό χώρο.
Ως προς το γλωσσικό, εξ άλλου, ιδίωμα που το μιλούσαν φτωχό, χαλασμένο και ανάμεικτο, ενώ τώρα λέγεται ότι αναθεωρημένο το έχουν κάμει γλώσσα της λογοτεχνίας και της επιστήμης τους, εγώ προσωπικά —ακολουθώντας στην εφαρμογή της επιστήμης δρόμους μετριοπαθείς και προτιμήσεις συναινετικές— καταλήγω στην εξής άποψη: ‘Έχω τη γνώμη ότι οι των Σκοπίων έχουν όλο το δικαίωμα—και την υποχρέωση έναντι του λαού τους—να βελτιώνουν, έστω και τεχνητά, ένα ομιλούμενο ιδίωμα και να το αναδεικνύουν. Τους ευχόμαστε συνεπώς να το αναδείξουν και να το συνοδεύσουν με αξιόλογες επιτυχίες νέων λογοτεχνικών δημιουργιών. Απλώς όμως τους τονίζουμε ότι θα οφείλουν να αποσαφηνίζουν πάντοτε ότι δεν πρόκειται για τίποτε ο ιστορικά Μακεδονικό, σύμφωνα με την ορθόδοξη έννοια του όρου, αλλ’ πρόκειται ειδικά για μια κυρίως σημερινή επινοημένη και τεχνητή γλώσσα της Γιουγκοσλαβίας. Μια παρόμοια αποσαφήνιση την επιβάλλουν τόσο η ιστορική αλήθεια, όσο και το επιστημονικό ήθος.
Αυτά ως προς τους μετριοπαθείς, εάν φυσικά θα επικρατήσουν οι ανάλογες τάσεις, πράγμα που ιδιαίτερα εύχομαι. Εάν όμως πρόκειται να συνεχίζεται τα Σκόπια η γνωστή και έξαλλη εχθρική προπαγάνδα, τότε η Ελληνική λαογραφία είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει τον έναν και μόνο δρόμο που της απομένει. Και εδώ, μας αναμένουν νέοι προσανατολισμοί.
θα τους καλέσουμε να απαντήσουν στα πολλά στοιχεία που επικαλούμεθα. Προς το παρόν αναφέρω μερικά μόνον από αυτά, τα εξής: 1) ‘Ότι δεν
υπάρχει εθνότης, αλλά μωσαϊκό υπολειμμάτων, με αρχικό πυρήνα τους απογόνους Βουλγάρων αιχμαλώτων μετά τον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο. Και ότι η σημερινή γλώσσα τους έχει ως αρχικό πυρήνα την ανάμεικτη διάλεκτο εκείνων των δούλων που οι ‘Έλληνες του Βυζαντίου τους είχαν εγκαταστήσει
στα εκεί αγροκτήματα. 2) ‘Ότι, εάν επιθυμούν να καυχώνται για την αρχαιότητα ενός μέρους του σημερινού λαού τους, αυτό μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στους αρχαίους Δαρδανίους, οι οποίοι δεν είχαν τότε την παραμικρή ανάμειξη στη δημιουργία του πολιτισμού των αρχαίων Μακεδόνων. ‘Όχι μόνο δεν είχαν συμμετοχή, αλλά και υπήρξαν φανατικοί τους εχθροί, φανατικοί Αντιμακεδόνες. Κατοικούσαν μια χώρα που δεν ήταν Μακεδονία. Και ταυτίζεται με τη σημερινή Περιοχή των Σκοπίων. 3) ‘Ότι όσα σπουδαία και παλαιά πολιτιστικά έργα έχουν να επιδείξουν στην περιοχή τους οι των Σκοπίων, είναι δημιουργήματα —άμεσα ή έμμεσα— του ελληνικού βυζαντινού πολιτισμού και των ελληνικών πρωτοβουλιών και των εμπείρων Ελλήνων μαστόρων.
Εκτός από μερικούς τουρκικούς μιναρέδες, ποία άλλα δικά τους δημιουργήματα έχουν να επιδεικνύουν, που να έχουν γίνει κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους; 4) Οι δοξασίες είναι γνωστό ότι αποτελούν το παλαιότατο στρώμα για κάθε είδους λαϊκό πολιτισμό. Ποίες λοιπόν δοξασίες και ποιά έθιμα υπάρχουν, που να έρχονται από την αρχαιότητα; Και από ποίαν συγκεκριμένη αρχαιότητα; 5) Ποία δημιουργήματα
λαϊκού πολιτισμού, αποκλειστικά δικά της, που να ανήκουν στην τελευταία
εκατονταετία προ του 1900, έχει σήμερα η νέα εθνότης, που να μη προέρχονται από τους γειτονικούς λαούς; Υπάρχουν αυτά; 6) Από ποία άλλα στοιχεία λαογραφικού περιεχομένου αποτελείται η πολιτιστική τους ταυτότητα, που όμως ναι είναι εντελώς δικά τους και να μην υπάρχει τίποτε το ξένο, ούτε ελληνικό, ούτε σερβικό, ούτε βουλγαρικό; Υπάρχουν;
‘Όταν θα μας απαντήσουν, είτε περιληπτικά είτε αναλυτικά, θα συνεχίσουμε και για τα υπόλοιπα.

Δ’
Εξ άλλου, εάν θέλουν να παρουσιάσουμε και εμείς τη λαογραφική ταυτότητα της Ελληνικής Μακεδονίας, από τα σύνορα της Φλώρινας ή όποια άλλα σύνορα έως τη Θεσσαλονίκη, είμαστε και πρόθυμοι και έτοιμοι.
‘Ένα πρόχειρο παράδειγμα: Αμφισβητούν την αρχαία ελληνικότητα, υποστηρίζοντας τάχα ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν μιλούσαν ελληνικά. Παραλείπω τις χιλιάδες των αρχαίων επιγραφών που μονάχα ελληνικά είναι γραμμένες, παραλείπω και τις πολλαπλές αρχαίες ιστορικές μαρτυρίες. Και
φτάνω στα νεώτερα. ‘Ένας συνάδελφός μου, ο παριστάμενος κ. Δημήτριος Κρεκούκιας, επίτιμος Διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, ετοιμάζει ένα Λεξικό Αρχαϊσμών από δύο ογκώδεις τόμους, όπου υπάρχουν περίπου δεκαπέντε χιλιάδες ελληνικές λέξεις. Αυτές μαρτυρούνται ως σίγουρες αρχαίες, αλλά και ομιλούνται ακόμη έως και σήμερα και βρίσκονται μέσα στα νεοελληνικά γλωσσικά ιδιώματα.
Μεσολαβώ επί χρόνια ως προς την οργανωτική πρωτοβουλία του συντασσομένου αυτού αποκλειστικά από τον κ. Δ. Κρεκούκια Λεξικού. Και θα ξαφνιαστούν πολλοί, φίλοι και εχθροί της Μακεδονίας, όταν αρκετά σύντομα θα παρουσιαστεί ένας πλούσιος κατάλογος από σπανιότατες ελληνικές λέξεις, σι οποίες εχρησιμοποιούντο μόνο κατά την αρχαιότητα και ήσαν άγνωστες στους πολλούς αρχαίους συγγραφείς. Και όμως οι ίδιες αυτές σπανιότατες αρχαίες λέξεις λέγονται και σήμερα μέσα στην ομιλουμένη τοπική γλώσσα της Μακεδονίας!
Εδώ προβάλλει η δικαιολογημένη απορία: Πώς επέζησαν οι αρχαίες αυτές λέξεις; Φυσικά δεν μεσολάβησαν ούτε βιβλία, ούτε δασκάλοι, επειδή ούτε σε βιβλία υπάρχουν οι λέξεις εκείνες, ούτε κάποιος δάσκαλος τις ήξερε ή τις ξέρει. Τις μιλούσε και τις μιλάει μόνον ο λαός, ο ανώνυμος και αγράμματος λαός των χωριών της Μακεδονίας, αποδεικνύοντας έτσι περίτρανα ότι πρόκειται για μια γλωσσική συνέχεια που έχει διατηρηθεί ζωντανή και αδιάσπαστη από τους χρόνους προ Χριστού, δηλαδή από την εποχή των αρχαίων Μακεδόνων. Ποία άλλη τοπική γλώσσα —σε ολόκληρη την Ευρώπη— έχει τόσο παλαιές και τόσο ζωντανές τις αρχαιότατες γλωσσικές ρίζες της; Και τι άλλο επιβεβαιώνει το φαινόμενο τούτο, εκτός από μια συνεχή και συμπαγή ελληνική πληθυσμιακή παρουσία;
Ο,τι συμβαίνει όμως με τη γλώσσα, συμβαίνει και με όλα σχεδόν τα άλλα είδη της ελληνικής λαογραφίας. Αυτή είναι η δική μας ταυτότητα. Το να χάνεσαι μέσα στους αιώνες και τις χιλιετηρίδες, και να μην ξέρεις, πόσο, βαθύτερες, πριν από το 500 ή 700 προ Χριστού, είναι οι ελληνικές ρίζες της Μακεδονίας.
Αλλά για να γίνουν εύκολα και πραγματοποιήσιμα όλα όσα περιέγραψα, σχετικά με τα αρπακτικά Σκόπια και την απάτη της επιστήμης που εφαρμόζουν, χρειάζεται εκ μέρους των αρμοδίων μια ελάχιστη προϋπόθεση, συγκεκριμένα η ακόλουθη: Να μας εξασφαλισθεί —για ένα χρονικό διάστημα— η διάθεση δύο ή έστω μόνον ενός κατάλληλου ανθρώπου, ό οποίος ας μην είναι ειδικός επιστήμων, ας μην έχει ούτε πτυχίο, φτάνει να μπορεί να διαβάζει εύκολα το γλωσσικό ιδίωμα των Σκοπίων και να μας ενημερώνει αντικειμενικά για το περιεχόμενο. Και χρειάζεται ακόμη το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος ή το Υπουργείο Πολιτισμού, ή όποια άλλη Υπηρεσία, να μας εφοδιάζει—συστηματικά Και υπεύθυνα— με τα δημοσιεύματα των Σκοπίων, προπαγανδιστικά και επιστημονικά, για όλη γενικά την Ελληνική Μακεδονία.
Τα υπόλοιπα θα τα φροντίσουμε εμείς. Και τότε τα φανταχτερά σε χρωματισμούς φτερά της Ελληνικής Μακεδονίας, που σύμφωνα με τον πιο πάνω αρχαίο μύθο ενδέχεται να τα οικειοποιούνται και να τα χρησιμοποιούν ανά τα πέρατα της Οικουμένης οι των Σκοπίων, θα ανακαλύπτονται και θα αφαιρούνται. Και αντίστοιχα, η γυμνότητα των αντιμακεδονικών επιχειρημάτων θα ολοκληρώνεται.
Τελικά, εάν οι των Σκοπίων δεν θα περιορισθούν μονάχα στα δικά τους, αυτοί θα είναι που θα ζημιωθούν. Η πρόθεση α ν τ ί δηλώνει κάτι συγκεκριμένο που αντιμάχεται κάποιο άλλο, όπως λέμε Χριστός, αλλά και Αντίχριστος. Και εννοείται ο Διάβολος που αντιμάχεται τον Χριστό.
Κατά τον ίδιο τρόπο, η Ελληνική λαογραφία —που δεν είχε ποτέ ανάλογη επιθυμία ή προγραμματισμό— αναγκάζεται να αντικρούσει την επικίνδυνη νοοτροπία των Σκοπίων. ‘Έχει η δική μας Λαογραφία την ικανότητα να αποδεικνύει λεπτομερειακά την ακόλουθη συνοπτική απάντηση, που μπορεί να απευθύνει στα Σκόπια:
«Υποστηρίζετε ότι είσθε Μακεδόνες. Ιδού όμως ότι δεν είσθε Μακεδόνες, αλλά Αντιμακεδόνες. Δεν ανήκετε στη Μακεδονία της Ιστορίας, αλλά κατοικείτε την αρχαία Δαρδανία, άρα την «Αντιμακεδονία», της οποίας οι αρχαίοι κάτοικοι ήσαν φανατικοί εχθροί των αρχαίων Μακεδόνων, φανατικοί Αντιμακεδόνες, όπως συνεχίζετε να είσθε σήμερα και εσείς. Εκείνοι όμως οι Δαρδαίνιοι, σι αρχαίοι Αντιμακεδόνες, μέσα στη βαρβαρότητα τους και τον πρωτογονισμό τους, ήσαν εντιμότεροι. Δεν ξέπεσαν στο σημείο να γίνονται, ούτε σφετεριστές του ονόματος μιας γειτονικής τους χώρας, ούτε και αδίστακτοι πλαστογράφοι της λαογραφίας και τον λαϊκού πολιτισμού των ενδόξων γειτόνων τους)).

Πηγή: Η εκπληκτική εισήγηση του Κου Ρωμαίου στο Ε’ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ, έκδ. ΙΜΧΑ, Θεσ/νικη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου